Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

«Κέντρο Αρχαιολογικής Έρευνας στη Μεσσηνία»



ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΣΧΟΛΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ
ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ Ε.Μ.Π.
ΤΟΜΕΑΣ 4: Συνθέσεων Τεχνολογικής Αιχμής, Περιοχή Οικοδομικής
ΘΕΜΑ: «Κέντρο Αρχαιολογικής Έρευνας στη Μεσσηνία»
ΘΕΣΗ: Ποταμιά Τριφυλίας Δήμος Νέστορος Μεσσηνίας
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Νοεμβρίου 2005
ΦΟΙΤΗΤΗΣ: Αναστάσιος Αθ. Παναγιωτόπουλος
ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ευάγγ. Ευαγγελινός



ΓΕΝΙΚΑ*. Η εγκατάλειψη της περιφέρειας, η ερήμωση της υπαίθρου, ιδίως των ορεινών και ημιορεινών χωριών της Πελοποννήσου, που βρίσκεται σε εξέλιξη από της πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες συνεχίζει εντονότερη. Ήδη την τελευταία δεκαετία (1993-2004) ο αγροτικός πληθυσμός της χώρας μας μειώθηκε στο ένα τρίτο (32%)1. Πολλοί από τους αγρότες ή κατά κύριο λόγο τα παιδιά τους, «αναγκάζονται να αποχωριστούν βιαίως τον τόπο καταγωγής και τον συνήθη τρόπο ζωής»2 και να εγκατασταθούν μόνιμα στις πόλεις. Το δημογραφικό προφίλ της επαρχίας αλλοιώνεται συνεχώς, η πυραμίδα ηλικιών τείνει να αναστραφεί (υπογεννητικότητα, μείωση ενεργού πληθυσμού), η γη εγκαταλείπεται χέρσα, τα σχολεία κλείνουν και τα σπίτια ρημάζουν. Αυτομάτως τίθενται ερωτήματα του τύπου: ?Τι θα μπορούσε να γίνει σήμερα με τα «νέα ερημωμένα χωριά», ώστε αυτά να ξαναζωντανέψουν; Ή άλλα ερωτήματα διαφορετικά διατυπωμένα, με παραπλήσιο όμως νοηματικό περιεχόμενο. Η αγροτοκτηνοτροφική βάση της οικονομίας του παρελθόντος συνεχώς εγκαταλείπεται, χρειάζεται λοιπόν μια προσέγγιση διαφορετική.
Η παρούσα διπλωματική εργασία, φυσική συνέπεια και συνέχεια ανάλυσης που παρουσιάσθηκε ως διάλεξη (10 Ιουλίου 2003) στο Ε.Μ.Π.3, δεν φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει ένα τόσο σπουδαίο θέμα συνολικά, του οποίου οι διαστάσεις εμπλέκουν πολιτική, οικονομία, δημογραφία, κοινωνιολογία
* Η παρούσα διπλωματική εργασία παρουσιάστηκε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. στις 11-11-2005. Εκτός από τον επιβλέποντα καθηγητή Ευάγγ. Ευαγγελινό, την επιτροπή βαθμολόγησης αποτέλεσαν η κυρία Ν. Μάδρα, και οι κύριοι: Κ. Σερράος, Γ. Παρμενίδης και Κ. Μυλωνάς. Επίσης στην εξεταστική επιτροπή συμμετείχε και η κυρία Ι. Λυκουριώτη.
1. Βλ. άρθρο της Μ. Δεληθάνσση στην εφημ. Καθημερινή, αρ. φύλλ. 25.888 (23-1-2005), σ. 25.
2. Αυτόθι, σ. 2.
3. Α. Παναγιωτόπουλος, Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά, Ιστορικογεωγραφικά, τ. 10 (2004), σσ. 9-105.
κ.λπ., αντικείμενο διερεύνησης σε άλλη κλίμακα θεώρησης, σε επίπεδο δηλαδή χωροταξίας4.


Η εργασία μας αυτή, προτείνει μια δοκιμαστική επέμβαση για την ένταξη νέων (πολιτιστικών) χρήσεων σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό των Κοντοβουνίων της Μεσσηνίας, την Ποταμιά Τριφυλίας. Το χωριό που είναι ενσωματωμένο σήμερα στο δήμο Νέστορος, είναι ένα από τα 41 χωριά που περιλαμβάνει ή τέμνει η υψομετρική καμπύλη των 500 μ. στο ορεινό σύμπλεγμα των βουνών της Κυπαρισσίας (Κοντοβούνια) και του αρχαίου Αιγαλέου όρους (Αγιά) (χάρτης 14α).
Εδώ διερευνούμε απλά ένα πρότυπο αναβίωσης και επανάχρησης, μια επέμβαση σχεδιασμού, χρήσιμη τόσο για άλλα πέντε μικρά χωριά που εγκαταλείφθηκαν σχετικά πρόσφατα5, όσο και για άλλα επτά που σύντομα αναμένεται να έχουν την ίδια τύχη με τα προηγούμενα6 (χάρτης 2). Οι προεκτάσεις του σκεπτικού μας μπορεί να φανούν χρήσιμες ως ιδέα και σε ανάλογες περιπτώσεις ερημωμένων οικισμών στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Πελοποννήσου, που θα καλύψουν προφανώς άλλες λειτουργίες.
Παρόμοιες μελέτες αναβίωσης οικισμών ή τμημάτων οικισμών δεν είναι εντελώς άγνωστες στην Ελλάδα, έχουμε για παράδειγμα τις περιπτώσεις του Ανάβατου στη Χίο7, την Πάνω Καρδαμύλη της Έξω Μάνης8 κ.ά. που καλύπτουν κυρίως τουριστικές χρήσεις9.
Η νέα χρήση που προτείνουμε για την αναγέννηση της Ποταμιάς έχει αμιγώς πολιτιστικό και εκπαιδευτικό περιεχόμενο, και είναι συμβατή με το ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον που έχει ο μεσσηνιακός χώρος. Από την χρήση προκύπτει μικρής κλίμακος κτιριολογικό πρόγραμμα, που πιστεύουμε ότι δεν διαταράσσει την «αισθητική ατμόσφαιρα» ή το «πνεύμα» του τοπίου, δεν έρχεται δηλαδή σε αντίφαση με το ύφος, την ταυτότητα και την φυσιογνωμία του φυσικού, δομημένου και πολιτιστικού περιβάλλοντος του συγκεκριμένου γεωγραφικού τόπου10.


ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ. Οι έρευνες, ανασκαφές και μελέτες, των Ανδρέα Σκιά, Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη, Carl William Blegen/ Μπλέγκεν, Mattias Natan Valmin/ Νάταν Βαλμίν, Σπυρίδω­να Μαρινάτου, William McDonald, Richard Hope Simpson, τελευταία των Γεωργίου Κορρέ, Πέτρου Θέμελη κ.ά.11,


4. Πρβλ. Ἑ. ἈντωνιάδηΜπιμπίκου, Ἐρημωμένα χωριὰ στὴν Ἑλλάδα· ἕνας προσωρινὸς ἀπολογισμός, στο Σ. Ἀσδραχάς (επιμ.), Ἡ οἰκονομικὴ δομὴ τῶν βαλκανικῶν χωρῶν στὰ χρόνια τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (15ος-19ος αἰώνας), Αθήνα 1979, σσ. 191-259, βλ. και ανατύπωση στο βιβλίο της συγγραφέως: Προβλήματα Ἱστορίας. Βυζαντινὰ, Μεταβυζαντινά I, Αθήνα 1996, σσ. 21-138.
4α. Οι πίνακες, τα σχέδια, οι χάρτες και οι φωτογραφίες παρατίθενται με συνεχή αρίθμηση.
5. Βεριστιά (μετονομασία 1956 Σταυρός), Κερασιά, Πάνου Λεντεκάδα (1956 Αγία Τριάς), Κλωνί και Ζαπάντι (1927 Καρυόβρυση).
6. Ασούτενα (1930 Παλαιά Βρύση), Λυκουδέσι, Λεσοβίτι (1927 Άνυδρον), Πάνω Κοντογόνι (1915 Παπαφλέσσας), Μάκρενα, Κουλουκάδα και Χρύσοβα (1927 Χρυσότοπος). Παρά για άλλα τέσσερα χωριά, σ’ αυτή την ίδια ορεινή νησίδα, που ήδη ερημώθηκαν κατά τον 18ο αιώνα και η καταστροφή του δομημένου περιβάλλοντός τους έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να μιλάμε κυριολεκτικά για «εξαφανισμένα χωριά» (Αναλυτή, Καλοπαίδα, Παπαγιώρη και Λαγκάδα), βλ. Παναγιωτόπουλος, Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά (όπ. σημ. 3), σσ. 17, 55-56 σημ. 267 και σ. 74 πίν. 2.
7. Βλ. Μ. Τερζίδου, Πρόταση αποκατάστασης και αναβίωσης ενός ιστορικού οικισμού: Η περίπτωση του Αναβάτου στη Χίο, Μνημείο & περιβάλλον, τ. 6 (2000), σσ. 163-180· Μ. Νομικός, Αποκατάσταση, επανάχρηση ιστορικών κτιρίων και συνόλων. Μεθοδολογία-Εφαρμογές, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 60-73· ο ίδιος, Αποκατάσταση-αναβίωση του ιστορικού οικισμού Ανάβατος νήσου Χίου, στο Χ. Καλλιγά και Α. Μάλλιαρης (επιμ.), Θεωρία και πρακτική για την αποκατάσταση ιστορικών οικισμών με σκοπό τις νέες χρήσεις, Αθήνα 2004, σσ. 195-242· Ε.Μ.Π. (επιστ. υπεύ. Μ. Αποστόλου), Ανάβατος Χίου. Αρχιτεκτονική, μορφολογική και αρχαιολογική ανάλυση και τυπολογία, Αθήνα 2004.
8. Α. Χριστοφίδου, Συμβολή στη μελέτη της οχυρωμένης Μανιάτικης κατοικίας. Δύο πύργοι και ένα πυργόσπιτο στην Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης, στο ΥΠΠΟ, Αναστήλωση-Συντήρηση-Προστασία Μνημείων και Συνόλων, Αθήνα [= ΑΣΠΜΣ], τ. 1 (1984), σσ. 235-259· η ίδια, Το οχυρωμένο συγκρότημα των Τρουπάκηδων-Μούρτζινων. Ένα έργο αποκατάστασης ή μια μακριά πορεία στο χώρο και στο χρόνο; στο ΥΠΠΟ/4η ΕΝΜ-ΤΕΕ/ΤΚΜ, Ήπιες επεμβάσεις και προστασία ιστορικών κατασκευών, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 641-653.
9. Τ. Ζέρβας και Β. Ζέρβα-Μποζινέκη, Κουτσουνάρι. Ἕνα πείραμα γιὰ τὴν τουριστικὴ χρήση ἐγκαταλειμμένων οἰκισμῶν, Ἀρχιτεκτονικὰ Θέματα [= ΑΘ], τ. 10 (1976), σσ. 259-263· Μ. Καραντινός, Χωριὸ διακοπῶν στὴν Κρήτη, ΑΘ, τ. 11 (1977), σσ. 249-252· Ν. Γεωργιάδης και Α. Δαμάλα, Ἀναβίωση σπιτιοῦ στὴν Κίττα τῆς Μάνης, ΑΘ, τ. 21 (1978), σσ. 60-62. Κ. Παπαντωνίου, Ἀποκατάσταση πύργων στὴ Βάθεια Μάνης, Θέματα χώρου+τεχνῶν [= ΘΧΤ], τ. 20 (1989), σ. 34.
10. Για τους όρους ταυτότητα, φυσιογνωμία, τοπίο και τόπος, βλ. Ι. και Ι. Στεφάνου, Η φυσιογνωμία της ελληνικής πόλης, στο Ν. Δουκέλλης (επιμ.), Το Ελληνικό Τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου, Αθήνα 2005, σσ. 237-252.





1. Χάρτης νοτιοδυτικής Πελοποννήσου





2. Ερημωμένα χωριά Κοντοβουνίων

Η Μεσσηνία κατοικείται τουλάχιστον από τη Νεολιθική εποχή15. Τα αρχαιολογικά δεδομένα της περιοχής εμφανίζουν συνεχή και αδιάκοπη κατοίκηση από την Πρωτοελλαδική (ΠΕ) περίοδο (2600-1900 π.Χ.)· με βαθμιαία, χωρίς τομή, ομαλή ανάπτυξη κατά την Μεσοελλαδική (ΜΕ, 1900-1600) και την ΥΕ (1600-1200), την ονομασθείσα Μυκηναϊκή. Από την αποστολή του πανεπιστημίου της Minnesota στη Μεσσηνία, έχουμε μια ενδιαφέρουσα σειρά από αρχαιολογικούς χάρτες στους οποίους σημειώνονται κατοικημένες θέσεις και νεκροταφεία, από την Νεολιθική έως και την Ρωμαϊκή εποχή. Οι χάρτες, είναι βασισμένοι σε αποτελέσματα επιφανειακών ερευνών ή ανασκαφών και καλύπτουν μια μεγάλη περιοχή απο τον Αλφειό μέχρι και την Εξω Μάνη16 (χάρτες 3). Την ΥΕ μάλιστα περίοδο παρουσιάζεται αξιοσημείωτη πληθυσμιακή συγκέντρωση. Για το βασίλειο της Πύλου, υπολογίζεται από τους επιστήμονες, πληθυσμός τουλάχιστον 50.000 κατοίκων17. Η μέχρι τώρα έρευνα έδειξε, ότι τότε, απαντά στην Μεσσηνία η πιο πυκνή κατοίκιση στον ελλαδικό χώρο18 (χάρτης 5). Ο αρχαιότε­ρος θολωτός τάφος της ηπειρωτικής Ελλάδος έχει βρεθεί στο χωριό Οσμάναγα (1915 Κορυφάσιο) στη θέση Χαρατσάρη19.


11. Βλ. ιστορία των ερευνών στα: Γ. Λώλος, Πύλος ημαθόεις. Η πρωτεύουσα του Νέστορος και η γύρω περιοχή, Αθήνα 1994, σσ. 57-60 και J. Davis (επιμ.), Sandy Pylos. An archeological history from Nestor to Navarino, Όστιν Τέξας 1998, σσ. 23-50.
12. Ν. Βασιλικοῦ, Ὁ Μυκηναϊκὸς πολιτισμός, Αθήνα 1995, Βιβλιοθήκη τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικὴς Ἑταιρίας αρ. 152, Αθήνα 1995, σσ. 197-211.
13. Φ. Λίτσας, Οι απαρχές της Δημοκρατίας στην προϊστορική Μεσσηνία, Μεσσηνιακά Χρονικά, τ. 1 (1999), σ. 14. Για την πολύ μεγάλη συμβολή των προδωρικών αριστοκρατών προσφύγων Πυλίων-Μεσσηνίων και των απογόνων τους (Πεισιστρατίδες, Αλκμαιωνίδες, Παιονίδες, Μεδοντίδες) στην διαμόρφωση του πολιτισμού των Αθηνών και στον εποικισμό της Ιωνικής-Μικρασιατικής Δωδεκάπολης, βλ. τη μελέτη του Π. Γεωργούντζου, Ἡ σχέσις τῶν Μεσσηνίων πρὸς τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς Ἴωνας, Πλάτων, τ. 32 (1980), σσ. 3-51.
14. Κ. Συριόπουλος, Ἡ Μεσσηνία κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ χαλκοῦ καὶ οἱ ἱστορικοὶ χρόνοι τῆς Ἑλλάδος, Πρακτικὰ τοῦ Γ΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν (= Πελοποννησιακά [= Πελ] Παράρτημα 13), τ. 2 (1987-1988), σ. 226.
15. Αρχαιότατοι κάτοικοι στην νοτιοδυτική Πελοπόννησο, παραδίδεται ότι ήταν οι Λέλεγες και οι Καύκωνες, επάνω στο υπόστρωμα αυτό του αυτόχθονου πληθυσμού εγκαταστάθηκαν οι Αχαιοί. Παράλληλα με τους τελευταίους, στα δυτικά παράλια, φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν και Μινύες. Με την δωρική άφιξη, τέλος, αποκρυσταλλώνεται και ο φυλετικός σχηματισμός κατά την αρχαιότητα. Την ανάμειξη και συγχώνευση των διαφορετικών αυτών φυλετικών ομάδων εκφράζει και το έτυμο του ονόματος «Τρι-φυλία». Η αρχαία Τριφυλία τοποθετείται μεταξύ Αλφειού και Νέδας. Βλ. Ν. Παπαχατζῆς, Παυσανίου Ἑλλάδος Περιήγησις: Μεσσηνιακὰ καὶ Ἠλιακά, Αθήνα 1991, Δ΄1,1-9 (σσ. 423-424) και Δ΄36,1 (σ. 466)· Στράβων, Γεωγραφικά (έκδ. Πάπυρου, τ. 3) Η΄3,3 (σ. 994), Η΄3,11 (σσ. 1006-1008) και Η΄3,16-18 (σσ. 1014-1018)· Πολύβιος, Ἱστορία (έκδ. Πάπυρου, τ. 2, Αθήνα 1975), Δ΄77,8 (σ. 740).
16. W. McDonald και G. Rapp Jr. (επιμ.), The Minnesota Messenia Expedition: Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, Μιννεάπολη 1972 [= ΜΜΕ], ανεξάρτητοι χάρτες 8-11 έως 8-18 και κατάλογος των αρχαιολογικών θέσεων σσ. 264 κ.εξ. Αναλυτικότερα οι υποπερίοδοι της Εποχής του Χαλκού έχουν ως εξής· Νεολιθική Περίοδος: 6000-3100 π.Χ., ΠΕ 1: 3100-2650, ΠΕ 2: 2650-2200, ΠΕ 3: 2200-2050, ΜΕ: 2050-1680, ΥΕ 1: 1680-1600, ΥΕ 2: 1600-1400, ΥΕ 3Α: 1400-1300, ΥΕ 3Β: 1300-1180, ΥΕ 3Γ: 1180-1060, Υπομυκηναϊκή Περίοδος και Σκοτεινοί Αιώνες: 1060-900. Βλ. Davis, Sandy Pylos (όπ. σημ. 11), σσ. 307-308.
17. Βασιλικοῦ, Μυκηναϊκὸς πολιτισμός (όπ. σημ. 12), σ. 379.
18. Γεωργούντζος, Ἡ σχέσις τῶν Μεσσηνίων (όπ. σημ. 13), σ. 35: «…ἡ πυκνότερον κατῳκημένη περιοχὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Chadwick ὑπολογίζει τὸν πληθυσμόν της εἰς 80-120 χιλιάδας». Βλ. ΜΜΕ, χάρτης 8-14· W. McDonald και R. Hope Simpson, Prehistoric Habitation in Southwestern Peloponnese, American Journal of Archaeology [= AJA], τ. 65 (1961), σσ. 221 κεξ. πίν. 74, 75· R. Hope Simpson, A Gazetteer and Atlas of Mycenaean Sites, Λονδίνο 1965, σσ. 56 κεξ. και χάρτης 1:500.000· Γ. και Θ. Παπαθανασόπουλος, Πύλος-Πυλία. Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο, Αθήνα 2000, χάρτης σ. 37· επίσης βλ. Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Αθήνα, τ. 1 (1970), χάρτης σ. 263 και Βασιλικοῦ, Μυκηναϊκὸς πολιτισμός (όπ. σημ. 12), χάρτες σσ. 423 και 424-425· O. Dickinson, The Aegean Bronze Age, Cambridge 1994 (ανατ. 2002), σ. 77 χάρτης εικ. 4.24 = O. Dickinson, Αιγαίο: Εποχή του Χαλκού (μτφρ. Θ. Ξένος), Αθήνα 2003, σ. 122 εικ. 4.24.








3α. Αρχαιολογικές θέσεις της Μεσσηνίας (πηγή: ΜΜΕ, χάρτες 8-11 έως 8-14)



3β. Αρχαιολογικές θέσεις της Μεσσηνίας (πηγή: ΜΜΕ, χάρτες 8-15 έως 8-18)


Οι δεκαεπτά θολωτοί τάφοι στο Γουβαλάρι της Κουκουνάρας είναι «τὸ πλέον ἐκτεταμένον νεκροταφεῖον θολωτῶν τάφων τῆς Μυκηναϊκῆς ἐποχῆς ἀνὰ τὴν Αἰγηΐδα»20. Η πυκνό­τητα σε θολωτούς στη Μεσσηνία «δὲν ἔχει ἀντίστοιχον ἐκπροσώπησιν εἰς τὰς λοιπὰς περιοχὰς τοῦ μυκηναϊκοῦ κόσμου»21. Μείζονος σημασίας, πολύ γνωστές, αρχαιολογικές θέσεις, πλην του Εγκλια­νού22, βρίσκονται στα Ακοβίτικα23, Νιχώρια24, Βολιμίδια25, Περιστεριά26, Μάλθη27, Βοϊδοκοιλιά28 κ.α. Η μέχρι σήμερα επιφανειακή και ανασκαφική έρευνα έχει αναπτυχθεί, χωρίς να έχει όμως και εξαντληθεί, στην πεδινή ζώνη29, πιο σημαντική άλλωστε στις προτιμήσεις των προϊστορικών κατοί­κων. Ωστόσο, όπως έδειξε το παράδειγμα της Μουριατάδας (θέση Ελληνικό)30, σημαντικές οικιστικές εγκαταστάσεις με θολωτούς τάφους, ακόμη και μικρά ανάκτορα, είναι δυνατό να αναζητηθούν σε απομονωμένες θέσεις και μεγαλύτερα υψόμετρα.
Χωρίς να παραθεωρήσουμε σημαντικές εξαιρέσεις, όπως αυτή της αρχαίας πόλεως Μεσσήνη31, η Μεσσηνία μπορεί να χαρακτηριστεί αναμφίβολα από τις πιο εξέχουσες για την προϊστορική αρχαι­ολογία περιοχές της Ελλάδος. Η σύγχρονη ωστόσο προσέγγιση της αρχαιολογικής επιστήμης, δείχνει να ενδιαφέρεται εξίσου πλέον για όλες τις ιστορικές περιόδους. Το πρόσφατο σχετικά, επί παραδείγ­ματι, ενδιαφέρον για την βυζαντινή κεραμική έχει επεκταθεί στις περιόδους της Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας.
Προτείνουμε λοιπόν το χωριό Ποταμιά, ως βάση αρχαιολογικών ερευνών με πολλαπλό χαρακτήρα: ερευνητικής, εκπαιδευτικής, εν γένη πειραματικής αρχαιολογίας. Όχι μόνο γιατί είναι ένα από τα πιο κοντινά ερημωμένα χωριά στον σημαντικότερο αρχαιολογικό χώρο του Άνω Εγκλιανού ή γιατί ανήκει στον ίδιο με αυτόν «Καποδιστριακό» δήμο (Νέστορος), με πρωτεύουσα την Χώρα (πριν απ’ το 1927 Λιγούδιστα), το μουσείο της οποίας αποτελεί ως τώρα σημείο αναφοράς για τέτοιες έρευνες· αλλά, κυρίως, γιατί κατέχει στη γεωγραφία της Μεσσηνίας κεντροβαρική θα λέγαμε θέση, στο «τριεθνές» σημείο των άλλοτε μεσσηνιακών


19. ΜΜΕ αρ. καταλόγου 5· Πρακτικὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας [= ΠΑΕ], 1925-26 σσ. 140-141· Συριόπουλος, Ἡ Μεσσηνία τὴν ἐποχὴν τοῦ χαλκοῦ (όπ. σημ. 14), σ. 230· Γ. Κορρές, Ἡ προβληματικὴ διὰ τὴν μεταγενεστέραν χρῆσιν τῶν Μυκηναϊκῶν τάφων Μεσσηνίας. Καὶ ἡ ἐξέλιξις τοῦ τυπικοῦ τῶν ἐν αὐτοῖς ἐθίμων ταφῆς καὶ ταφικῆς λατρείας, Πρακτικὰ τοῦ Β΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 8), τ. 2 (1981-1982), σσ. 378-381.
20. Ο ίδιος, Τύμβοι, θόλοι καὶ ταφικοὶ κύκλοι τῆς Μεσσηνίας (Ὁ ταφικὸς κύκλος Α εἰς Γουβαλάρη Κουκουνάρας), Πρακτικὰ τοῦ Α΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 6), τ. 2 (1976-1978), σ. 338.
21. Αυτόθι, σ. 347· ο ίδιος, Προβληματική Μυκηναϊκῶν τάφων (όπ. σημ. 19), σ. 375 σημ. 1.
22. Η μυκηναϊκή γραφή του τοπωνυμίου από τα κείμενα των πινακίδων της Γραμμικής Β΄ είναι Pu-ro = Πύλος, ΜΜΕ αρ. 1· C. Blegen και M. Rawson, The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia, τ. 1: The Buildings and their Contents, Princeton N. J. 1966 C. Blegen, M. Rawson, W. Taylour και W. Donovan, The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia, τ. 3: Acropolis and Lower Town, Tholoi, Grave Circle and Chamber Tombs, Discoveries Outside the Citadel, Princeton N. J. 1973.
23. ΜΜΕ αρ. 151· Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα ἐξ Ἀθηνῶν, 1969, σσ. 352-357· Ἱ. Καρακατσιάνης, Ἡ Μεσσηνιακὴ «Πρωτοελλαδικὴ» Προϊστορία-Ἀκοβίτικα, Πελ, τ. 26 (2002), σσ. 182-191.
24. Ti-mi-to-a-ke-e, ΜΜΕ αρ. 100. W. McDonald, Excavations at Nichoria in Messenia: 1969-1971, Hesperia, τ. 41 (1972), σσ. 218-273· ο ίδιος, Excavations at Nichoria in Messenia: 1972-1973, Hesperia, τ. 44 (1975), σσ. 69-141· G. Rapp Jr. και����S. Aschenbrenner, Excavations at Nichoria in Southwest Greece, τ. 1: Site, Environs, and Techniques, Μιννεάπολη 1978· W. McDonald και N. Wilkie, Excavations at Nichoria in Southwest Greece, τ. 2: The Bronze Age Occupation, Μιννεάπολη 1992·�W. McDonald, W. Coulson και J. Rosser, Excavations at Nichoria in Southwest Greece. 3: Dark Age and Byzantine Occupation, Μιννεάπολη 1983.
25. Παλαιά Πύλος, Pa-ki-ja-ne = Σφαγιάνες, ΜΜΕ αρ. 20· Σ. Μαρινᾶτος, ΠΑΕ, 1952 σσ. 473-479, 1953 σσ. 238-250, 1954 σσ. 299-305, 1962 σσ. 90-98, 1964 σσ. 78-95, 1965 σσ. 102-120· Σ. Ἰακωβίδης, Περὶ τοῦ σχήματος τῶν λαξευτῶν τάφων εἰς τὰ Βολιμίδια Μεσσηνίας, Χαριστήριον εἰς Ἀναστάσιον Κ. Ὀρλάνδον, τ. 2, Αθήνα 1966, σσ. 98-111.
26. ΜΜΕ αρ. 200· Τὸ ἔργον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας [= Ἔργον], 1964 σσ. 85-90, 1965 σσ. 84-92 ·ΠΑΕ, 1965 σσ. 109-120· Γ. Κορρές, Ἀνασκαφαὶ ἐν Περιστεριᾷ Πύλου, ΠΑΕ, 1976 σσ. 469-550, 1977 σσ. 296-356· Ἀρχαιολογικὸν Δελτίον [= ΑΔ], 1966 σσ. 166-168.
27. Ομηρικό Δώριο; ΜΜΕ αρ. 222· N. Valmin, The Swedish Messenia Expedition, Lund 1938.
28. ΜΜΕ αρ. 8. Ἔργον, 1956 σσ. 9093· ΠΑΕ, 1956 σσ. 202-206, 1960 σσ. 195-209, 1976 σσ. 253-283, 1979 σσ. 138-155, 1981 σσ. 194-240.
29. J. Davis, S. Alcock, J. Bennet, Y. Lolos και C. Shelmerdine, The Pylos Regional Archaeological Project, Part I: Overview and archaeological survey, Hesperia, τ. 66/3 (1997) [= PRAP I], σσ. 391-494, πίν. 85-92.
30. ΜΜΕ αρ. 201· ΠΑΕ, 1960 σσ. 201-206· Ἔργον, 1960 σσ. 149-152· ΑΔ, 1960 σσ. 116-117· Δ. Κωνσταντινίδης, Παραδόσεις ἱστορίας τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Προϊστορικὴ καὶ Πρωτοϊστορικὴ Ἑλλᾶς, Αθήνα 1970, σσ. 283-289.
31. Π. Θέμελης, Αρχαία Μεσσήνη, Αθήνα 1999.


επαρχιών Τριφυλίας, Πυλίας και Μεσσήνης, απ’ όπου η πρόσβαση σ’ ολόκληρο το νομό μπορεί να γίνεται εύκολα. Επιπλέον η Ποταμιά, βρίσκεται στο σύνορο των δύο επαρχιών του προϊστορικού βασιλείου της Πύλου, έτσι όπως αυτές αναγράφονται στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ και έχουν προσδιοριστεί τοπογραφικά απ’ τον John Chadwick, δηλαδή, την «Δεύρο (εντεύθεν) του Αιγαλέου» (De-we-ro-a3-ko-ra-i-ja) και την «Πέρα (εκείθεν) του Αιγαλέου» (Pe-ra3-ko-ra-i-ja) περιοχή32 (χάρτης 4). Αυτό σημαίνει ότι η έρευνα και στις δύο περιοχές θα γίνεται ισομερώς. Η Ποταμιά, τέλος, διαθέτει ένα ήσυχο περιβάλλον. Βρίσκεται μακριά από τη βοή, μικρής έστω πόλης, με περιβάλλον ποιοτικά κατάλληλο, αν όχι ιδανικό, για λειτουργίες παρόμοιες με αυτή που προτείνουμε.




4. Οι δύο επαρχίες του προϊστορικού βασιλείου της Πύλου (πηγή: ΜΜΕ, σ. 106)

32. J. Chadwick, Ὁ Μυκηναϊκὸς Κόσμος, μτφρ. Κ. Πετρόπουλος Αθήνα 1999, σσ. 64-91 ίδιος, The Mycenaean docu­ments, MME, χάρτης. 10· Dickinson, Αιγαίο (όπ. σημ. 18), σ. 128




5. Χάρτης της διασποράς των αρχαιολογικών θέσεων στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά την ΥΕ3Α2-3Β υποπεριόδους (πηγή: Dickinson, Aegean, όπ. σημ. 18)


ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΟΤΑΜΙΑ. Ανάμεσα στα χωριά Σαπρίκι (1927 Μεταξάδα), Βεριστιά, Μάλη, Ασούτενα, Μάκρενα, Πάνω Βούτενα, Αληκοντούζι (1927 Παλαιόν Λουτρόν) και Παιδεμένου (1915 Φλεσιάς)· 9,0 χλμ. ΒΒΑ, κατ’ ευθεία στον χάρτη γραμμή, από την Χώρα και 14,5 χλμ. ΝΝΑ της Κυπαρισσίας (πριν το 1835 Αρκαδιά), σε υψόμετρο 650 μ. περιτριγυρισμένο από κατάφυτα με πυκνό πράσινο βουνά, κρυμμένο κυριολεκτικά μέσα σε ένα μοναδικό φυσικό περιβάλλον (γι’ αυτό και ο ήλιος ανατέλλει αργά και δύει νωρίς) και στην συμβολή δυο μικρών ποταμών, βρίσκεται χτισμένο το χωριό Ποταμια (εικ. 6). Το ένα από τα δύο ρέματα, το ανατολικό, είναι ξεροπόταμος (Ξερίλας). Το άλλο (Καρυά το ρέμα33), που πηγάζει από την Απάνου βρύση (= Λεντεβάρι), είναι συνεχούς ροής. Το χωριό, ΝΝΑ κλείνεται από το Κακό τσουρούμι (απόσταση κορυφής από το χωριό 1450 μ., ύψος 809 μ.), ΝΔ από βουνοπλαγιά που στην κορυφή της είναι το εξωκλήσι του Άε-Λιά34 (770 μ., ύψ. 991 μ.), αμέσως ΔΒΔ βρίσκονται οι κορυφές της Κλεφτόβιγλας35 (1360 μ., ύψ. 919 μ.) και ΒΔ της Μαρματζούκας36 (2,2 χλμ., ύψ. 1047 μ.)· στα ΒΒΔ δεσπόζει η Σικαλόραχη37 (1850 μ., ύψ. 1085 μ.), βόρεια ο Αστράς38 (2,5 χλμ., ύψ. 1096 μ.) και ΒΒΑ οι Παναγιές39 (1660 μ., ύψ. 1046 μ.)· ΒΑ υψώνονται τα Λιβάδια40 (1260 μ., ύψ. 1003 μ.), στα ανατολικά το Στενόλακκο41, τα Κριθαράκια42 (1830 μ., ύψ. 956 μ.) και προς τ’ Αληκοντούζι η Βελανιδιά43 (χάρτης 7).



6. Αεροφωτογραφία Γ.Υ.Σ. Δεξιά διακρίνεται η Ποταμιά και αριστερά το επίσης εγκαταλελειμμένο χωριό Βεριστιά

Η Ποταμιά είναι εύκολα προσβάσιμη απ’ τα ΝΑ μέσω χαλικοστρωμένης αμαξιτής οδού που βαίνει παράλληλα ως προς την κοίτη του ρέματος που χύνεται στο Ποτάμι της Βελίκας. Σε διαδρομή μήκους μόλις 2,7 χλμ. απ’ το χωριό, η οδός αυτή, συναντάει τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο του επαρχιακού δυκτίου που συνδέει τα χωριά Αλικοντούζι και Παιδεμένου. Ο οικισμός με τους άλλους γειτονικούς συνδέεται μέσω μονοπατιών που πλέον έχουν λογκώσει. Ένας νεοχαραγμένος δασικός δρόμος συν­δέει τώρα με το γειτονικό ορεινό χωριό Μάλη (υψ. 940 μ.). Από δίκτυα κοινής ωφέλειας διαθέτει ηλεκτρικού ρεύματος (ΔΕΗ) και ύδρευσης, με πλούσιο καθαρό πόσιμο νερό. Υπήρχε και γραμμή τη­λεφώνου η οποία δυστυχώς καταργήθηκε από την εταιρία (ΟΤΕ) προ τριετίας. Δίκτυο αποχέτευσης φυσικά δεν υπάρχει.


33. Πρβλ. Καρυά ἡ, D. Georgacas και W. McDonald, Place names of southwest Peloponnesus. Register and index­es, Αθήνα 1967, Παρ. στα Πελ, τ. 6 (1968) και ανεξάρτητος τόμος 1967 [= GMcD], αρ. 2698 (σ. 150).
34. Αυτόθι, αρ. 276α (σ. 98).
35. Αυτόθι, αρ. 3018 (σ. 157).
36. Αυτόθι, αρ. 4485 (σ. 189).
37. Αυτόθι, αρ. 7073 (σ. 249).
38. Αυτόθι, αρ. 753 (σ. 108).
39. Αυτόθι, αρ. 6056 (σ. 225).
40. Αυτόθι, αρ. 4022 (σ. 180).
41. Αυτόθι, αρ. 7471 (σ. 258).
42. Αυτόθι, αρ. 3690 (σ. 172).
43. Αυτόθι, αρ. 969 (σ. 113).


Το νερό έρχεται με φυσική ροή από πηγή που βρίσκεται 750 μ. ΒΔ από το «κέντρο» του χωριού, εκεί όπου βρίσκεται το εκκλησάκι του Αϊ-Θανάση44, και πηγάζει κάτω από το ιερό του ναού. Εκατό μέτρα πιο πάνω συναντάμε την Απάνου βρύση. Άλλη πηγή (Βρύση) βρίσκεται σε απόσταση 150 μ. ΑΝΑ του χωριού, λίγο πριν μπεις σ’ αυτό, εκεί που είναι ο τόπος του πανηγυριού (εικ. 8). Άλλη, στου (Ν)ταούταγα45 (600 μ. ΝΑ) και μια περιοδικής ροής (από Νοέμβριο-Ιούνιο) που αναβλύζει μέσ’ απ’ το βουνό, στον Τρόχαλο (εικ. 9), κοντά στο χωριό προς Αϊ-Θανάση. Το χωριό διακρίνεται για το ιδιαίτερο φυσικό του τοπίο. Η πτυχωτή τοπογραφία με τις καταπρά­σινες ρεματιές (άλλωστε «ποτέ από την ποταμιά δε λείπει η πρασινάδα») από βαθύσκια πλατάνια, πουρνάρια, γλατζινιές, αριές, αγκορτσιές, «δέντρα», σφεντάμια, απιδιές (αχλαδιές), συκιές, καρυδιές, μουριές κ.ά. αγριόδεντρα (μέλεγοι, μουρτζιές, πικραμυγδαλιές, κοκκοροφιδιές = κοκκορεβιθιές), κα­θιστούν τον τόπο κατάλληλο για περίπατο, υπαίθρια αναψυχή και γενικά για παραθερισμό. Οι βαθ­μιδωτές πλαγιές που άλλοτε καλλιεργούσαν τα σιτάρια τους οι χωρικοί, είναι τώρα γεμάτες θαμνόδε­ντρα (σπάρτα, σφέλαχτρα, ασφάκες, αγκάθια, αφαλαρίδες, βάτα, κουρμπενιές κ.ά.). Τα πέτρινα αλώνια, που αλωνίζανε κάποτε τα γεννήματα (σιτάρια, βρώμη, κριθάρι), διατηρούνται σε καλή σχετικά κατάσταση (εικ. 10).



7. Ποταμιά και γύρω χωριά, απόσπασμα από χάρτες της Γ.Υ.Σ. 1:50.000



44. Αυτόθι, αρ. 264 (σ. 97). Το εξωκλήσι γιορτάζει στην ανακομιδή των λειψάνων του Μεγάλου Αθανασίου, στις 2 Μαΐου.
45. Αυτόθι, αρ. 7676 (σ. 263).




8. Ο τόπος του πανηγυριού (Νοέμβριος 1995)




9. Ο Τρόχαλος (6-1-2005)


Ο τελευταίος μόνιμος κάτοικος του χωριού46 έφυγε από την ζωή στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Τους θερινούς μήνες, ελάχιστοι συνταξιούχοι με καταγωγή από την Ποταμιά47, επιλέγουν να περάσουν κάποιες ημέρες εκεί, λόγω των φυσικών πλεονεκτημάτων του χώρου.
Το τοπωνύμιο του χωριού, προέρχεται από την αρχαία λέξη Ποταμός (ὁ), απ’ όπου το θηλυκό επίθετο Ποτάμια (ἡ) (= περιοχή επί ποταμού ή παρά τον ποταμόν κειμένη) και με κατέβασμα του τόνου στη δημοτική: Ποταμιά (η). Το τοπικό όνομα των κατοίκων (τοπικό εθνικό) είναι Ποταμίτης (-τισσα). Φυσικά το όνομα δόθηκε στο χωριό λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους, είναι στην κυριολεξία ποταμιά. Σαν τοπωνύμιο είναι πολύ διαδεδομένο. Στο Λεξικό της Στατιστικής Υπηρεσίας μετράμε στην Ελλάδα εικοσιπέντε οικισμούς με το ίδιο όνομα48. Στην Πελοπόννησο βρίσκουμε έντεκα παλαιά ή νέα συνώνυμα χωριά49. Βεβαίως απαντά και ως μικροτοπωνύμιο50. Για το άμεσο φυσικό περιβάλλον της Ποταμιάς, από την πλούσια συλλογή τοπωνυμιών των καθηγητών Δημητρίου Γεωργακά και William McDonald, εξάγονται 45 τοπικά ονόματα που αποδίδονται στο χωριό. Εμείς σπεύσαμε να τα επιβεβαιώσουμε, προσθέσαμε νέα τοπωνύμια, και σκοπεύουμε με κάποια άλλη ευκαιρία (που ίσως θα αφορά τα μονοπάτια των Κοντοβουνίων), να τα θέσουμε όλα μαζί στο χάρτη51. Κατά την περίοδο της ξενοκρατίας, συγκεκριμένα της Ενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας, η Ποτα­μιά ανήκε διοικητικά στο territorio, καζά ή βιλαέτι της Αρκαδίας ή Αρκαδιάς, της ευρύτερης δηλαδή περιοχής με κέντρο τη σημερινή Κυπαρισσία.


46. Ο μπάρμπα-Ντίνος Π. Αναστασόπουλος.
47. Οικογένειες πού έλκουν καταγωγή από την ποταμιά: Αγγελόπουλοι, Αλεξόπουλοι, Αναστασόπουλοι, Βασιλόπουλοι, Δημητρόπουλοι (Παρασκευόπουλοι), Διονυσόπουλοι, Θεοδωρόπουλοι, Παναγιωτόπουλοι, και Σταθόπουλοι.
48. 16 Ποτ., 5 Άνω Ποτ. και 4 Κάτω Ποτ. βλ. ΕΣΥΕ, Λεξικό των Δήμων, Κοινοτήτων και Οικισμών της Ελλάδος. Καταρτίστηκε με βάση την απογραφή πληθυσμού της 17ης Μαρτίου 1991, Αθήνα 1995, σσ. 208-209, 260, 332. Η μηχανή αναζήτησης του γεωγραφικού προγράμματος World Wind v1.2d της NASA (http://learn.arc.nasa.gov/worldwind/), βρίσκει συνολικά 26 οικισμούς με το τοπωνύμιο Potamia, Ano Pot., Kato Pot. και Nea Pot. (6 στην Πελοπόννησο, 19 στην υπόλοιπη Ελλάδα και μια Potamia = Ποτάμια στην Κύπρο). Στην δικιά μας Ποταμιά δίνει γεωγραφικές συντεταγμένες (πλάτος Β και μήκος Α) 37,1333 και 21,7500.
49. 1 στην Αργολίδα, 2 στην Αρκαδία, 3 στην Αχαΐα και 2 στην Λακωνία. Στην Μεσσηνία εκτός από την δικιά μας Ποταμιά, είναι το μετονομασμένο από το 1956 Καντίρογλι, και ένα εξαφανισμένο χωριό Potamia του τεριτορίου της Κορώνης, τοπωνύμιο τώρα στην περιοχή του χωριού Λογγά. Βλ. Γ. Πίκουλας, Λεξικὸ τῶν οἰκισμῶν τῆς Πελοποννήσου. Παλαιὰ καὶ νέα τοπωνύμια, Αθήνα 2001, αρ. 3477-3487 (σσ. 392-393).
50. G-McD, αρ. 6607 (σ. 238).
51. Αυτόθι, σποραδικά καταγράφονται: ο ΑϊΘανάσης, ο ΆεΛιάς, οι Αλαταριές (αρ. 331 σ. 99), τα Αλωνάκια (αρ. 409 σ. 101), η Μυγδαλίτσα (αρ. 467 σ. 102), του Ανέμου η χούνη (αρ. 500 σ. 103), του Αράπη τ’ αλώνι (αρ. 626 σσ. 105-106), ο Αστράς, η Ασφακόλακκα (αρ. 762 σ. 108), η Αφανόλακκα (αρ. 787 σ. 109), η Βαθιά λάκκα (αρ. 826 σ. 110), του Βενέτ’ αλώνι (αρ. 982 σ. 113), το Βιγλάκι (αρ. 1012 σ. 114), η Βρομίστρα (αρ. 1198 σ. 118) [δίς], του Γαϊδά τ’ αλώνι (αρ. 1262 σ. 119), η Αγκορτσιά (αρ. 1548 σ. 125) η Γλαντζινούλα (αρ. 1603 σ. 126) [= οι Γλαντζινούλες (αρ. 1604 σ. 126)], τα Δέντρα (αρ. 1840 σ. 131), τα Διβάρια (αρ. 1899α σ. 132), τα Διλάγκαδα (αρ. 1906 σ. 132) [= Βλάγκαδα], στου Καρά τη λάκκα (αρ 2638 σ. 149),





10. Γενική άποψη του χωριού από ανατολικά, σε πρώτο πλάνο ένα αλώνι (Νοέμβριος 1995)


Στις πήγες, απ’ όσο ξέρω, απαντάται για πρώτη φορά το 1689 (Potamia), στην ενετική απογραφή του προβλεπτή Ιακώβου (Giacomo) Corner· απογράφονται 12 άνδρες, 3 αρσενικά παιδιά, 9 γυναίκες και 1 κορίτσι, συνολικά 25 ψυχές52. Σε ενετικά έγγραφα απογραφής της εκκλησιαστικής περιουσίας, χρονολογημένα στα τέλη του 17ου αιώνα, ο επίσκοπος Ανδρούσης, στην επισκοπή του οποίου υπαγόταν τότε το χωριό, σημειώνει: Εἰς τὸ χωριὸν Ποταμήα εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. καὶ χαλασμένη 153· σε άλλο σημείο διαβάζουμε: Εἰς τὸ χωρίον Ποταμία εἶναι ναὸς τοῦ Προδρόμου, καὶ χαλασμένι 154.



2638 σ. 149), η Καρυά[= Καρυάτο ρέμα], η Κλεφτόβιγλα, η Κολλιτσίδα (αρ. 3156 σ. 160), το Κοτρωνάκι (αρ. 3341 σ. 164), το Κοτρώνι (αρ. 3345 σ. 164) [δίς], οι Κουφάλες(αρ. 3619 σ. 171), τα Λιβάδια, η Λουπουνιά(αρ. 4178 σ. 183), η Μαγγιρόλακκα (αρ. 4282 σ. 185) [= η Πανηγυρόλακκα], η Μακριάλάκκα (αρ. 4329 σ. 186), τα Μνηματάκια (αρ. 4838 σ. 197), του Μπέκη το κονάκι (αρ. 5141 σ. 204) [= Μπέη το κονάκι], τα Ξεράκια (αρ. 5706 σ. 217) [= Ξερακάκια], η Ξεραπιδιά(αρ. 5709 αρ. 217), η Σικαλίστρα (αρ. 7070 σ. 249) [δίς], η Σικαλόραχη, η Σκαλίτσα (αρ. 7122 σ. 250), του Σούρμα το ρέμα (αρ. 7320 σ. 255) [= Σουλιμάτο ρέμα], η Σπηλιά(αρ. 7382 σ. 256), η Στρουγγίτσα (αρ. 7557 σ. 260), του Ταούταγα, η Φτέρη (αρ. 8318 σ. 277) και η Ψαρόλακκα (αρ. 6836 σ. 284) [= Ψαρνόλακκα]. Ακόμη να προστεθούν: στ Αγληγοριάνου, οι Αλουπότρυπες η Απάνου βρύση, οι Απιδούλες στου Βούρλα τη σκιά η Βρύση, στα Ζουνάρια στο βύθισμα, το Κακοσκάλι, το Καμπανιστό στο Κεφαλόβρυσο το ρέμα, τα Κλήματα, Κρεμμυδίστρα η, το Λεντεβάρι, η Λιτρίβα, το Μαυροκούτσουρο, το Μισοδέντρι, το Ξυλογιόφυρο, ο Παλιόλαζος τα Πετράλωνα, η Πλάκα, το Πουρναράκι, το Ρογκάκι, στη Σαπέρ λακκούλα, ο Σκοτωμένοςάνθρωπος το Σουρτοδιάσελο, στα Σπαρτούλια τ αλώνι, στη Συκούλα το ρέμα, το Τροκάλυβο, το Τροχαλάκι, η Φουσκωτήλάκκα, στιςΨηλέςαριές στο Ψηλόσφεντάμι (κύριος πληροφοριοδότης μου ήταν ο ποταμίτης Γεώργιος Ι. Αναστασόπουλος, 74 ετών, που τώρα κατοικεί στον Πύργο Τριφυλίας).

52. Β. Παναγιωτόπουλος, ΠληθυσμὸςκαὶοἰκισμοὶτῆςΠελοποννήσου (13ος18οςαἰώνας, Αθήνα 1985 (και ανατ. 1987), σ. 227 αρ. 60· Σ. Λάμπρος, Ἀπογραφὴ τοῦ νομοῦ Μεθώνης ἐπὶ Βενετῶν, Δελτίον τῆςἹστορικῆςκαὶἘθνολογικῆςἙταιρείαςτῆςἙλλάδος, τ. 2 (1885), σ. 704 αρ. 138· Δ. Πετρόπουλος, Χωριὰ καὶ κωμοπόλεις τοῦ ἄλλοτε νομοῦ Μεθώνης, ΠελοποννησιακὴΠρωτοχρονιά, τ. 5 (1961), σ. 61.


Στην ενετική απογραφή του Francesco Grimani, το 1700, η Potamia έχει 10 οικογένειες, σύνολο 51 άτομα55. Το 1704 σημειώνεται (Potamia) από τον Giusto Alberghetti στο βιβλίο του Pier’ Antonio Pacifico56.
Από ένα αδημοσίευτο αναλυτικό τουρκικό κατάστιχο του 1715 (έναρξη της Β΄ Τουρκοκρατίας), που βρίσκεται στο Tapu Tahrir 880 της Κωνσταντινούπολης57, μαθαίνουμε ότι η Ποταμιά «ανήκει στην Αρκαδιά. Είναι στα βουνά. Πριν ήτανε ένα τιμάρι. Έχει 10 οικίες. Έχει 2 μύλους. Οι μύλοι ανήκουν στο μοναστήρι του Αϊ-Γιώργη στο Σαπρίκι. Οι ραγιάδες έχουν 850 στρέμματα (dönüm58)». Επίσης ότι «9 οικίες πληρώνουν το κεφαλοχάρατσο». Επιπλέον απογράφονται «10,5 ζευγάρια στάρι, 405 πρόβατα, 4 κυψέλες, 11 γουρούνια και 10 μουριές»59. Για το 1815 ο Pouqueville αναφέρει 4 οικογένειες και ότι ανήκει στα Κοντοβούνια60, ένα από τα τέσσερα κόλια, τμήματα δηλαδή, του καζά της Αρκαδιάς61. Το 1829 η Expédition Scientifique de Morée απογράφει στην Potamia 6 οικογένειες62.
Μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους, η Ποταμιά συμμετείχε στον δήμο Φλεσσιάδος, ενώ από το 1912 μέχρι το 1997 αποτελούσε, μαζί με τη Βεριστιά και το Σαπρίκι, συνοικισμό της κοινότητας Σαπρικίου η οποία μετονομάσθηκε το 1927 σε κοινότητα Μεταξάδας63. Παρακάτω αναφέρουμε τα μεγέθη που έχουμε στην διάθεσή μας, ώστε να φανεί η πληθυσμιακή εξέλιξη του χωριού μέχρι τις ημέρες μας: 110 κάτοικοι (το έτος 1830), 39 (1835), 84 (1846), 64 (1851), 81 (1861), 72 (1879), 106 (1889), 136 (1896), 113 (1907), 118 (1920), 119 (1928), 110 (1940), 83 (1951), 67 (1961), 31 (1971), 7 (1981)64. Το 1896 παρατηρούμε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κατοίκων: 136 άτομα.
Η Ποταμιά ποτέ δεν ήταν μεγάλο χωριό (σχέδ. 11 & εικ. 12). Το «κέντρο» της βρίσκεται σε βόρειο γεωγραφικό πλάτος 37°07΄47΄΄ και γεωγραφικό μήκος 21°44΄57΄΄ ανατολικά του Greenwich. Νοητά εγγράφεται σε έλλειψη με διαμέτρους 140 και 200 περίπου μέτρων. Ο ενιαίος δομημένος χώρος του χωριού, εκτάσεως 1,247 εκταρίων, με ΑΒΑ γενικό προσανατολισμό, με μικρότερο υψόμετρο δομημένου χώρου 632 μ. και μεγαλύτερο 668 μ. και μία κλίση εδάφους 24,3%, περιλαμβάνει συνολικά 25 κτίσματα, από τα οποία δύο ναούς, και τα υπόλοιπα κατοικίες, παρουσιάζει δηλαδή μια πυκνότητα δομημένου χώρου 2,0 κτίσματα ανά στρέμμα65.�
Η μία από της εκκλησίες, με εγχάρακτη χρονολογία 188(1?), αποτελεί τον κοιμητηριακό ναό και τιμάται στη μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (13 Νοεμβρίου). Η άλλη, η «κεντρική», είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στη μνήμη της οποίας (15 Αυγούστου) πανηγυρίζει ή μάλλον πανηγύριζε άλλοτε το χωριό. Εκτός από τις εκκλησίες, τα δρομάκια και τον «πανηγυρότοπο», άλλα σημεία με δημόσιο χαρακτήρα δεν υπάρχουν.
Τα σπίτια είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, δηλαδή δεν εφάπτονται, ακολουθούν μια ελεύθερη διάταξη, τυχαία φαινομενικά, χωρίς σχέδιο, αποτέλεσμα μιας ανάπτυξης δυναμικής-οργανικής,


53. Κ. Ντόκος, Ἡ ἐν Πελοποννήσῳ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία κατὰ τὴν περίοδον τῆς Β΄ Ἑνετοκρατίας, Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, τ. 21 (1976), σ. 134.
54. Αυτόθι, τ. 22 (1985), σ. 346.
55. Αναλυτικά κατά ηλικίες. Άνδρες: 8 άτομα (1-16 ετών), 10 (16-30), 4 (30-40) και 2 γέροντες· γυναίκες: 12 (1-16), 9 (16-30), 2 (30-40), 1 (40-50) και 3 γερόντισσες. Βλ. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 52), σ. 250 αρ. 16.
56. Κ. Ντόκος, Breve descrittione del regno di Morea. Αφηγηματική ιστορική πηγή ή επίσημο βενετικό έγγραφο της Β΄ Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο; Ἑῷα καὶ Ἑσπέρια, τ. 1 (1993), σ. 115.
57. Πρβλ. J. Bennet, J. Davis και F. Zarinebaf-Shahr, Pylos Regional Archaeological Project, Part III: Sir William Gell’s Itineraryin the Pylia and Regional Landscapes in the Morea in the Second Ottoman Period, Hesperia, τ. 69/3 (2000) [= PRAP III], σ. 343 σημ. 1.
58. 1 dönüm = 919 τ.μ., βλ. Σ. Ἀσδραχάς, Μηχανισμοὶ τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας στην Τουρκοκρατία (ΙΕ΄-ΙΣΤ΄αἰώνας), Αθήνα 1978, σ. 42.
59. Την πληροφορία οφείλω στον κύριο Jack Davis.
60. Φ. Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, μτφρ. Ν. Μολφέτα, Αθήνα 1997, σ. 443.
61. Παναγιωτόπουλος, Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά (όπ. σημ. 3), σ. 14 σημ. 30-31.
62. Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφικὴ, Διοικητικὴ καὶ Πληθυσμιακὴ Ἐξέλιξις τῆς Ἑλλάδος (1821-1971), τ. 1Α, Αθήνα 1973, σ. 33.
63. ΚΕΔΚΕ., Στοιχεία συστάσεως καὶ ἐξελίξεως τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων. Νομὸς Μεσσηνίας, τ. 35, Αθήνα 1962, σσ. 524-525.
64. Παναγιωτόπουλος, Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά (όπ. σημ. 3), σσ. 80-81 πίν. 7α,β αρ. 2.
65. Αυτόθι, σ. 85 πίν. 11 αρ. 2.


διαδεδομένης ευρύτατα τόσο σε μεταβυζαντινά σύνολα, όσο και σε οικισμούς που αναπτύχθηκαν γενικά κατά τους μέσους χρόνους. Θεωρώντας το σύνολο σε κάτοψη (σχέδ. 13) κυριαρχεί η έννοια της διασποράς και σε όψη η κλιμακωτή διάταξη. Τα σπίτια είναι χτισμένα με πέτρα, ντόπιο ασβεστόλιθο της ζώνης Ωλονού-Πίνδου δίχως να απουσιάζουν και τα κροκαλοπαγή. Είναι σοβατισμένα μόνο εσωτερικά και μόνο στα ανώγια. Σχεδόν αποκλειστικά είναι πολυμέτωπα ημιανωγοκάτωγα μακρινάρια με τρίρριχτη κεραμοσκεπή (εικ. 15-16). Δεκαεννέα διατάσσονται με τον μεγάλο άξονα κάθετα στις υψομετρικές καμπύλες, ένα παράλληλα και ένα έχει κάτοψη σχήματος «γάμα». Ακολουθούν την οικοδομική παράδοση των Λαγκαδιανών μαστόρων, την τυπική αγροτική-ανώνυμη αρχιτεκτονική της ορεινής Πελοποννήσου στην πιο ταπεινή της έκφανση. Τα περισσότερα χρονολογούνται στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και στις πρώτες του 20ού αιώνα. Τουλάχιστον ένα όμως (σπίτι αρ. 8), μπορούμε να το τοποθετήσουμε στην όψιμη Τουρκοκρατία66. Οι εξωτερικές διαστάσεις των ορθογωνίων κατόψεων, στα σπίτια, έχουν πλάτος από 5,29-6,91 μ. και μήκος από 9,18-15,76 μ. Το μέσο μικτό εμβαδόν των ανωγείων είναι 68,88 τ.μ. Αν αφαιρέσουμε τα πάχη των τοίχων που κυμαίνονται από 60-70 εκ. (28,51%), προκύπτει καθαρή ωφέλιμη επιφάνεια 49,24 τ.μ. Οι αναλογίες πλευρών έχουν μια σχέση 1:1,43 που φτάνει το 1:2,90 και μέση αναλογία 1:1,86 (πίν. 14).
Αν λάβουμε υπόψη τα προηγούμενα πληθυσμιακά στοιχεία, συμπεραίνουμε ότι στα τέλη του 19ου αι. θα διέμεναν σε κάθε σπίτι, κατά μέσον όρο, έξη περίπου ψυχές. Δεδομένου ότι η χρήση στα κατώγια ήταν αυστηρά μόνο στάβλος για ζώα και αποθήκη, βρίσκουμε ότι κατά το έτος 1896 θα αντιστοιχούσαν μόλις 8,33 τ.μ. χρηστικής επιφάνειας για κάθε άτομο67.


Για τις ανάγκες της εργασίας μας, επιλέξαμε στο υψηλότερο τμήμα του οικισμού, επτά γειτονικές κατοικίες (αρ. 7, 8, 8α, 9, 10, 10α, 11), τις οποίες οριοθετήσαμε εντός «περιοχής μελέτης» 9,0 περίπου στρεμμάτων.




11. Αξονομετρικό του χωριού από ανατολικά


66. Αυτόθι, σ. 93 σχέδ. 24, σ. 99 εικ. 36-37.



12. Το χωριό στο γύρω περιβάλλον, άνω δεξιά διακρίνεται το εξωκκλήσι του Αϊ-Θανάση (πρόπλασμα σε κλίμακα 1:2.000)


13. Τοπογραφικό του χωριού (υπάρχουσα κατάσταση)


ΜΙΑ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ. Πιστεύεται για την Ελλάδα, των διαφόρων ιστορικών περιόδων, «ότι θα υπήρχαν κάποτε στη χώρα πάνω από μισό εκατομμύριο αρχαιολογικές τοποθεσίες. Είναι αλήθεια πως οι τοποθεσίες που έχουν μέχρι τώρα επισημανθεί από παραδοσιακές αρχαιολογικές μεθόδους είναι κάτω από το ένα χιλιοστό του παραπάνω αριθμού»68. Ωστόσο, στη δημοσίευση του 1972, των αποτελεσμάτων της συστηματικής εξερεύνησης του πανεπιστημίου της Minnesota στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, καταγράφονται για όλες τις χρονικές περιόδους 735 αρχαιολογικές θέσεις69. Εδώ εφαρμόστηκε μια πρωτοποριακή για την εποχή της (δεκαετία ’60) «εκτεταμένη» έρευνα πεδίου που «καμιά ιστορία των σύγχρονων περιφερειακών σπουδών στην Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει»69α.




14. Χαρακτηριστικά σπιτιών Ποταμιάς


67. Ένα δεδομένο για το μέγεθος ενός οικισμού, μεγαλύτερης διάρκειας από αυτό του πληθυσμού, είναι ο συνολικός αριθμός κτισμάτων. Υποθέσαμε ότι το έτος 1896 (136 άτομα) θα υπήρχαν 23 σπίτια, όσα και σήμερα, με μια καθαρή επιφάνεια ανωγείου 49,24 τ.μ. ανά σπίτι που βρήκαμε πιο πάνω, έχουμε 49,24×23÷136= 8,33 τ.μ. χρηστικής επιφάνειας ανά άτομο.
68. Τ. βαν Άντελ και Κ. Ράνελς, Αρχαιολογία χωρίς σκαπάνη. Η περίπτωση της Νότιας Αργολίδας, μτφρ. Ε. Σαχπέρογλου και Ε. Σταμπόγλη, Αθήνα 2002, σ. 34.
69. ΜΜΕ, σσ. 264-321.



15. Ποταμιά σπίτι αρ. 18 (Νοέμβριος 1995)




16. Τρίρριχτες στέγες στα σπίτια αρ. 8 & 9 (16-6-1993)

Τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα των ερευνών αυτού του είδους σύντομα αναπτύχθηκαν και απέδωσαν θετικά και σ’ άλλες περιοχές της Ελλάδος70. Τώρα πλέον, οι επιφανειακές έρευνες, αποτελούν συνηθισμένη και βασική πρακτική για ξένες αρχαιολογικές σχολές, ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα.
Σε ένα τμήμα (250 τ.χλμ.) της Δυτικής Μεσσηνίας, με επίκεντρο τον λόφο του Εγκλιανού, την δεκαετία του ’90, επαναλήφθηκε επίσης από Αμερικανική αρχαιολογική αποστολή, ένα πρόγραμμα «εντατικής» επιφανειακής εξερεύνησης (Pylos Regional Archaeological Project)71. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση των αρχαιολογικών θέσεων και η βελτίωση της εικόνας που είχαμε για τις ήδη γνωστές μας θέσεις72. Στις μικροπεριοχές που ερευνήθηκαν εντατικά (περίπου 40 τ.χλμ.), ο αριθμός των θέσεων διπλασιάστηκε. Ενώ οι χρονολογημένες στην ΥΕ 3Β υποπερίοδο αυξήθηκαν κατά 50%, αποκαλύπτοντας έτσι, για την ίδια περίοδο, μια οικιστική ιεραρχία τριών επιπέδων73.

17. Περπατώντας στους αγρούς (πηγή: Άντελ και Ράνελς, Χωρίς σκαπάνη, όπ. σημ. 68, σ. 31)


69α. Ph. Acheson και J. Davies, Περιφερειακές μελέτες, αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα και αρχαιολογία του τοπίου στην Ελλάδα, στο Δουκέλλης, Ελληνικό Τοπίο (όπ. σημ. 10), σ. 35. Στη σ. 57 οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν το πρόγραμμα αυτό «παππού» των ελληνικών τοπικών σπουδών.
70. Όπως στη Μήλο (1976), τη Βοιωτία (1979), τη Νότια Αργολίδα (1979), τη Κέα (1983), την κοιλάδα της Νεμέας (1984) κ.α., βλ. PRAP I, σ. 400· Κ. Κωτσάκης, Ο νεολιθικός οικισμός: χώρος παραγωγής και ιδεολογίας, στο Α. Λαγόπουλος (επιμ.), Η ιστορία της ελληνικής πόλης, Αθήνα 2004, σ. 67 σημ. 9· Acheson και Davies, Περιφερειακές μελέτες (όπ. σημ. 69α), σσ. 35-39 και σσ. 53-58 όπου πλούσια σχολιασμένη βιβλιογραφία.
71. Βλ. PRAP I· E. Zangger, M. Timpson, S. Yazvenko, F. Kuhnke και J. Knauss, The Pylos Regional Archaeological Project, Part II: Landscape evolution and site preservation, Hesperia, τ. 66/4 (1997), σσ. 549-641, πίν. 109-112· PRAP III, σσ. 343-380· W. Lee, Pylos Regional Archaeological Project, Part IV: Change and the Human Landscape in a Modern Greek Village in Messenia, Hesperia, τ. 70/1 (2001), σσ. 49-98· S. Davis, Administrations and settlement in venetian Navarino (PRAP, part IV), Hesperia, τ. 73/1 (2004), σσ. 59-120.
72. Στη Διαδικτυακή έκδοση του PRAP (http://classics.uc.edu/prap), υπάρχει ο εξής κατάλογος 61 θέσεων από την Παλαιολιθική μέχρι την σύγχρονη εποχή: Σκάρμιγγα = 1927 Μεταμόρφωση (Αϊ-Κωσταντίνος 2 θέσεις, Σκάρμιγγα), Σαπρίκι = Μεταξάδα (τα Καλόψανα 3 θέσεις), Χώρα (το Καλιάνεσι, η Καβαλαριά, Ζωοδόχος πηγή, Παλάτι του Νέστορα θαλαμωτοί τάφοι, Παλάτι του Νέστορα χαμηλότερη πόλη, Τριανταφυλλιές, Κάτου Εγκλιανός), Οσμάναγα = Κορυφάσιο (Πισάσκι, του Μπελέρμπεη, του Χαρατσάρη θολωτός τάφος Οσμάναγα, Πόρτες), Τραγάνα (Αλαφινόρεμα, Αλαφίνα, τα Βορούλια, του Χασάναγα, Βιγλίτσα, τα Διακούπια, Τσοπάνη ράχη), Γαργαλιάνοι (Κάναλος, Μεγάλος κάμπος 2 θέσεις, οι Όρντινες, Αγια Σωτήρα, του Κουτσουβέρη, Κρυσταλλοπηγή, η Καλαντίνα 2 θέσεις, Αγιο-Κωσταντίνος, Ανάληψη), Ρωμανού (Γλυφαδάκι, Ρουμανού, Ρείκια, Κτήμα Κοκκέβη), Μάραθος = Μαραθόπολις (Διαλισκάρι), Βρωμονέρι (Αγια Σωτήρα, Πηγάδια, η Νόζαινα, Βεργινόρεμα), Πυργάκης (η Τσούκα), Αγορέλιτσα = 1930 Αμπελόφυτο (του Λαγού), Φλόκα (η Πάνιτσα), Μουζούστα = 1930 Λεύκη (η Καλντάμω 5 θέσεις), Βάλτα (Καστράκι, Άγιος Γεώργιος), Μαργέλη (το Κουτσουβέρι, στου Φαρφά τη ράχη 2 θέσεις, Άγιος Ιωάννης, η Βελίκα 2 θέσεις), Άγιοι Απόστολοι (τα Παλιόσπιτα).


Μια επιπλέον συμβολή του ερευνητικού προγράμματος, είναι ότι εξέταζε διαχρονικά ολόκληρο το ιστορικό και προϊστορικό φάσμα της ανθρώπινης κατοίκησης στη δυτική Μεσσηνία· από την Παλαιολιθική έως την σύγχρονη εποχή.
Για να ολοκληρωθεί ωστόσο η εικόνα, που θα θέλαμε να έχουμε, απομένουν ακόμη να γίνουν πολ­λά. Όχι μόνο σε επίπεδο τεκμηρίωσης (συλλογής δηλαδή δεδομένων μέσω έρευνας επιφανείας ή/και ανασκαφών στις ήδη γνωστές θέσεις) αλλά και σε επίπεδο διεξοδικής ανάλυσης και επεξεργασίας του αρχαιολογικού υλικού απ’ όπου θα απορρέουν συνθετικές μελέτες και ερμηνευτικά αποτελέσματα. Ας δούμε όμως στο σημείο αυτό, ποια είναι η διαδικασία της υπαίθριας εργασίας με σκοπό τον εντο­πισμό αρχαιολογικών θέσεων.
Η μέθοδος της εντατικής επιφανειακής έρευνας (intensive survey) σε γενικές γραμμές, έχει ως εξής: Η περιοχή διερεύνησης χωρίζεται αρχικά σε μικρότερα πεδία των ενός ή δύο εκταρίων, με την βοήθεια χαρτών 1:5.000 και αεροφωτογραφιών. Ομάδες εργασίας πεδίου αποτελούμενες από τουλάχιστον πέ­ντε περιπατητές, μεταξύ των οποίων ένας ή δύο εξειδικευμένοι καθοδηγητές, σε μία πυκνή απόσταση (5-15 μ.) ο ένας από τον άλλο, σαρώνουν σε παράλληλες πορείες την υπαίθρια έκταση διασχίζοντάς την εμπρός-πίσω εξετάζοντάς την προσεκτικά. Συλλέγουν όστρακα και άλλα χειροποίητα αντικεί­μενα (λίθινα, μεταλλικά, οστά κ.λπ.) (εικ. 17). Εκεί που η πυκνότητα των αντικειμένων είναι μεγάλη ορίζονται θέσεις ειδικού ενδιαφέροντος, οι οποίες επανεξετάζονται λεπτομερέστερα. Η καθημερινή πρόοδος της χωροσκόπησης σημειώνεται στο χάρτη. Τοπογραφικές πληροφορίες μαζί με άλλα ίχνη ή κατάλοιπα από το παρελθόν περιγράφονται σε ημερολόγιο. Τα ευρήματα που συλλέγονται για κάθε θέση, μεταφέρονται στο εργαστήριο, καθαρίζονται, ονοματίζονται, ταξινομούνται, φωτογραφίζονται ή αποτυπώνονται σχεδιαστικά, προσδιορίζονται χρονολογικά και αποθηκεύονται. Κάθε θέση αξιο­λογείται και καταχωρείται σε κατάλογο. Στο τέλος, γίνεται έκθεση, συζήτηση, ερμηνεία και δημοσίευ­ση των αποτελεσμάτων74. Η μεθοδολογία που περιγράψαμε μπορεί στην πράξη να διαφοροποιείται από την κάθε μια ερευνητική ομάδα ξεχωριστά ή/και να προσαρμόζεται από τόπο σε τόπο.
Παρά την όποια κριτική στην παραπάνω μέθοδο, π.χ. «ὅτι χωρὶς ἀνασκαφὴ συλλεγμένα ὄστρακα μπορεῖ νὰ μὴν ἀποδίδουν τὴν πραγματικὴ χρήση μιᾶς θέσεως», είναι η μόνη δυνατότητα που έχουμε αν θέλουμε να χαρτογραφήσουμε αρχαιολογικά και να αναπαραστήσουμε οικιστικά κάποια μεγάλη περιοχή, εφόσον «λόγω οἰκονομικῶν προβλημάτων δὲν μποροῦμε νὰ σκάψουμε σὲ κάθε ἀρχαιολογικὴ θέση»75. Άλλα πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι ότι δεν προκαλεί καταστροφές και δεν εμπλέκει στρωματογραφικά δεδομένα75α.


ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΑΝΑΒΙΩΣΗΣ: ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΕΥ­ΝΩΝ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ [= ΚΑΕΜ]. Η ιδέα ενός γενικότερου συντονισμού, των ήδη αξιόλογων προ­σπαθειών, της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας76, της Ζ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων της Αρχαίας Ολυμπίας77 και των ξένων αρχαιολογικών αποστολών που


73. J. Bennet, The PRAP survey’s contribution, στο Davis, Sandy Pylos (όπ. σημ. 11), σσ. 134-138.
74. PRAP I, σσ. 400-414· Βαν Άντελ και Ράνελς, Χωρίςσκαπάνη (όπ. σημ. 68), σσ. 33-41.
75. K. Kilian, Ἡ διοικητικὴ ὀργάνωση τῆς Πύλου καὶ ἡ ἀρχαιολογικὴ ἱεραρχία τῶν οἰκισμῶν τῆς Ἀργολίδος κατὰ τὴν Μυνηναϊκὴν ἐποχήν, ΠρακτικὰτοῦΒ΄ΤοπικοῦΣυνεδρίου Μεσσηνιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 10), 1984, σ. 58.
75α. Acheson και Davies, Περιφερειακές μελέτες (όπ. σημ. 69α), σσ. 37.
76. Ανασκαφές έχουν γίνει στους εξής τόπους: Άγιος Ηλίας (Χώρα), Άγιος Ιωάννης (Παπούλια), Βλαχόπουλο, Βοϊδοκοιλιά-Κορυφάσιον, Βολιμίδια, Ίκλαινα, Καμίνια (Κρεμμύδια), Κάμπος, Καταβόθρα (Χώρα), Κισσός (Πυλία), Κορώνη, Κουκουνάρα, Μεσσήνη, Μουριατάδα, Οσμάναγα, Περιστεριά, Ρούτση, Τουρλιδίτσα (Πυλία), Τραγάνα (θέσεις Βιγλίτσα και Βορούλια), Φιλιατρά, Χανδρινός και Χαροκοπείο, βλ. Β. Πετράκος, Ἡ δράση τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας στὴν Πελοπόννησο, ΠρακτικὰτοῦΔ΄ΔιεθνοῦςΣυνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 19), τ. 1 (1992-1993), σσ. 118-123 σποραδικά· Γ. Κορρές, Ὁ θολωτὸς τάφος Αἰπείας-Ἀνθείας πρὸ τῆς ἀνασκαφῆς αὐτοῦ, ΠρακτικὰτοῦΑ΄ΤοπικοῦΣυνεδρίου Μεσσηνιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 62-79.
77. Γ. Χατζῆ-Σπηλιοπούλου, Μυκηναϊκή Μεσσηνία. Τὸ πρόσφατο ἔργο τῆς Ζ΄ Ἀρχαιολογικής Ἐφορείας, ΠρακτικὰτοῦΕ΄ΔιεθνοῦςΣυνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 22), τ. 2 (1996-1997), σσ. 534-556· η ίδια, Ψάρι: Νέα ἀρχαιολογικὴ θέση στὴ ΒΑ Τριφυλία, ΠρακτικὰτοῦΒ΄ΤοπικοῦΣυνεδρίου Μεσσηνιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 10), 1984, σσ. 263-268· η ίδια, Ἡ πρωτογεωμετρικὴ ἐποχὴ στὴ Μεσσηνία, ΠρακτικὰτοῦΒ ΄ΔιεθνοῦςΣυνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 8), τ. 2 (1981-1982), σσ. 321-347· η ίδια, Δοκιμαστικὴ ἀνασκαφὴ στὸ Στόμιο Φιλιατρῶν, Πρακτικὰ






18. Υπάρχουσα κατάσταση περιοχής επέμβασης, κατόψεις ανωγείων και κατωγείων


κατά καιρούς δραστηριοποιούνται στην Μεσσηνία, είναι νομίζουμε, τόσο επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε. Καθώς, η καταστροφή των αρχαιολογικών θέσεων προοδεύει με την πολεοδομική επέκταση των πεδινών κυρίως οικισμών, την κατασκευή νέων εκτός σχεδίου οικοδομών, την εντατικοποίηση των καλλιεργειών, τη χρήση εκσκαφικών μηχανημάτων (μπουλντόζες), διάφορες κατά καιρούς λαθρανασκαφές αρχαιοκαπήλων κ.λπ. Ειδικά στις περιοχές για τις οποίες στο άμεσο μέλλον προβλέπεται εντατική τουριστική (π.χ. Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης) ή βιομηχανική ανάπτυξη είναι αναγκαίο να εξασφαλίσουμε ότι τα τεκμήρια του παρελθόντος δεν θα καταστραφούν. Να μην εξαφανιστούν οι αρχαιολογικές πληροφορίες για πάντα!
Η χρηματοδότηση του ΚΑΕΜ γίνεται μέσω προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η φροντίδα της ευρωπαϊκής κοινότητας για θέματα πολιτισμού είναι γνωστή. Οι ενδιαφερόμενοι φορείς που θα έχουν την κύρια εποπτεία είναι η Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού σε συνεργασία με τη νομαρχία Μεσσηνίας και τον οικείο δήμο Νέστορος. Αρχικά προγραμματίζεται η απαλλοτρίωση συνολικής εκτάσεως εννέα περίπου στρεμμάτων δομημένου και άμεσου χώρου της Ποταμιάς με τις επτά κατοικίες που συμπεριλαμβάνει.



19. Υπάρχουσα κατάσταση, αξονομετρικό από τα νότια


Σκοπός του Κέντρου είναι να συνεχιστεί συστηματικότερα και να επεκταθεί κατά το δυνατόν σε ολόκληρη την έκταση του νομού (2.872,3 τ.χλμ.)78, η εντατική ερευνητική προσπάθεια που έχει αρχίσει, ώστε να διευκρινιστεί και να αποκαλυφθεί πληρέστερα, η εικόνα της οικιστικής εξελίξεως, τόσο για την Εποχή του Χαλκού που ενδιαφέρει ιδιαίτερα, όσο και για το υπόλοιπο του ιστορικού φάσματος της ανθρώπινης κατοίκισης στη Μεσσηνία. Έτσι, μέσω της κατανόησης μιας «μακράς διάρκειας» ανθρώπινης δραστηριότητας επιθυμούμε να αποκαταστήσουμε την σχέση αυτογνωσίας μας με το εγγύς και απώτερο πολιτιστικό παρελθόν του μεσσηνιακού χώρου.
Το ΚΑΕΜ θα αποτελεί ουσιαστικά μια βάση εξορμήσεων και ένα κέντρο για τον γενικότερο συντονισμό και την συνολική οργάνωση των αρχαιολογικών ενεργειών. Θα υποστηρίζει τη δρομολόγηση και εκτέλεση διαφορετικών προγραμμάτων τα οποία θα ενοποιεί προς τον συγκεκριμένο σκοπό που ήδη αναφέραμε προηγουμένως. Οι ερευνητικές δραστηριότητες, θα προωθούν την διεπιστημονική συνεργασία ενός εκτενούς (πολυεπιστημονικού) φάσματος ειδικοτήτων (αρχαιολογίας, γεωλογίας, γεωμορφολογίας, ανθρωπολογίας, ανθρωπογεωγραφίας, γλωσσολογίας, ιστορίας, εθνογραφίας, τοῦΓ΄ΤοπικοῦΣυνεδρίου Μεσσηνιακῶν Σπουδῶν (= Πελ. Παρ. 18), 1991, σσ. 81-87. Βλ. και άρθρο της Ξ. Αραπογιάννη στην εφημ. Ελευθερία, 28-11-1996, σ. 6.


78. Ἐθνική Στατιστικὴ Ὑπηρεσία, Στοιχεῖα πληθυσμοῦ μεταναστεύσεως καὶ κατανομῆς τῆς κινήσεως κατὰ κατηγορίας, ΠελοποννησιακὴΠρωτοχρονιά, τ. 7 (1963), σ. 82.



20. Υπάρχουσα κατάσταση, αντιστοίχως από επάνω: τομή Α-Α και όψεις από ανατολικά και βόρεια


τοπογραφίας, συντηρήσεως κ.λπ.). Επίσης οι δραστηριότητες, θα συνδέονται με τα ελληνικά ή/και ξένα πανεπιστήμια, θα υποστηρίζουν τις νέες αρχαιολογικές τεχνικές (π.χ. τηλεανίχνευση) και θα ενσωματώνουν τις σύγχρονες τεχνολογίες. Ένα Αρχείο με όλες τις αρχαιολογικές θέσεις όλων των Εποχών της Μεσσηνίας, θα εμπλουτίζεται κατά εύρος και βάθος σε καθημερινή βάση, η πρόσβαση σε αυτό θα είναι εφικτή σε κάθε ενδιαφερόμενο. Μια εξειδικευμένη βιβλιογραφικά Βιβλιοθήκη σε θέματα μεσσηνιακής αρχαιογνωσίας και ιστορίας, θα είναι στη διάθεση του κάθε επισκέπτη. Επιπλέον στους χώρους του ΚΑΕΜ, θα γίνονται παρουσιάσεις διαλέξεων, ανακοινώσεις και διοργανώσεις ειδικών επιστημονικών συναντήσεων (συνέδρια). Ο Διαδικτυακός τόπος του ΚΑΕΜ θα διευκολύνει την επικοινωνία των επιστημόνων, θα ενημερώνει για τις τρέχουσες δραστηριότητές του και θα διαθέτει τα ερευνητικά αποτελέσματα στο ευρύ κοινό και στους μελετητές για περαιτέρω «Συγκριτικές Περιφερειακές Μελέτες». Μόνιμοι εκθεσιακοί χώροι δεν προβλέπονται, την συγκεκριμένη λειτουργία, αν χρειαστεί, θα καλύπτουν κατά περίπτωση τα τέσσερα εξαρτημένα από το Υπουργείο Πολιτισμού Αρχαιολογικά Μουσεία της Μεσσηνίας (Μαυρομματίου Ιθώμης, Πύλου, Χώρας και Μπενάκειο Καλαμάτας)79.
Τις εργασίες και την λειτουργία του ΚΑΕΜ θα διευθύνουν καθηγητές αρχαιολογίας. Η σύνταξη ενός «κανονισμού λειτουργίας» αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευρυθμία του Κέντρου. Στις ερευνητικές ομάδες ή ομάδες εργασίας πεδίου, εκτός από τους εξειδικευμένους επιστημονικά συνεργάτες και τεχνικούς, θα συμμετέχουν προπτυχιακοί ή μεταπτυχιακοί φοιτητές, π.χ. του Τομέα Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ή/και σπουδαστές, π.χ. του Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης της ΣΓΤΚΣ. του Τ.Ε.Ι. Αθηνών. Οι φιλοξενούμενες ομάδες θα αποτελούνται από 20-22 άτομα, ανάμεσα στα οποία 3 επικεφαλείς καθηγητές. Μαζί με τον φύλακα-ξενοδόχο (υπεύθυνο επίσης Αρχείου και Βιβλιοθήκης) και τον υπεύθυνο λειτουργίας του καφεστιατορίου, ανέρχονται σε εικοσιπέντε και πλέον άτομα, τα οποία θα μπορούν να συμβιώσουν εκεί ως μια μικρή ιδιότυπη «κοινότητα ερευνητών».
Η διαμονή κατά τους θερινούς μήνες, όπου και συνήθως διενεργούνται οι ανασκαφές, δεν αποκλείει το υπόλοιπο του έτους. Εργασίες επιφανειακής έρευνας, καταγραφής και επεξεργασίας του υλικού είναι δυνατό να γίνονται καθ’ όλο το έτος. Ειδικά η ερευνά πεδίου, ευνοείται κατά την περίοδο που η χαμηλή βλάστηση έχει ξεραθεί (πριν από τα πρωτοβρόχια).
Το όλο εγχείρημα-όραμα του ΚΑΕΜ θα μπορούσε να λειτουργήσει επίσης ως πρότυπο, ένας πειραματικός οδηγός για ανάλογα Κέντρα, σε νόμους της Ελλάδος ή «περιοχές» της Ευρώπης.
ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥ. Το υψηλότερο δυτικό τμήμα του οικισμού της Ποταμιάς αποτελούσε μία διακριτή ομάδα επτά σπιτιών. Αυτό ήταν λόγος για να επιλεγεί εδώ η «περιοχή επέμβασης» (σχέδ. 18-20, εικ. 21 & 22). Δεν περιελάμβανε ούτε γειτνίαζε με κάποια εκκλησία, πράγμα που θα εμπόδιζε την απαλλοτρίωση και αλλαγή χρήσης. Επιπλέον εδώ βρίσκεται και το σημαντικότερο σπίτι του χωριού, ένα από τα λίγα προεπαναστατικά μακρινάρια των Κοντοβουνίων80, του οποίου επιθυμούσαμε τη μορφολογική και οικοδομική αποκατάσταση.
Τα υπάρχοντα οικοδομήματα στο τμήμα που μας ενδιαφέρει παρουσιάζουν διαφορετική το καθένα παλαιότητα και εικόνα ερείπωσης. Ρηγματώσεις στις λιθοδομές των εξωτερικών τοίχων παρατηρούνται σχεδόν σε όλα τα κτίρια. Πιο αναλυτικά έχουμε:
Σπίτι [= Σ, ΣΣ = σπίτια] αρ. 8α. Το βορειότερο σπίτι, ένα ισόγειο άλλοτε καλύβι, είναι εντελώς κατεστραμμένο, έχει γκρεμιστεί και εγκαταλειφθεί χρόνια τώρα, σώζονται μόνο τμήματα τοίχων σε πολύ χαμηλό ύψος. Η αναλογία πλευρών είναι 1:1,70. Χρονολογικά είναι απροσδιόριστο. ?Να πρόκειται για ένα από τα πολύ σπάνια σήμερα, καλύβια των Κοντοβουνίων που διασώζουν αρχαϊκά γνωρίσματα, όπως για παράδειγμα το σπίτι αρ. 77α του γειτονικού χωριού Παιδεμένου81 (εικ. 23); Σπίτι δηλαδή με αρχετυπικά χαρακτηριστικά που θα’ χε χτιστεί πριν από την εκδήλωση της έντονης ανοικοδόμησης που σημειώθηκε στα χωριά της Πελοποννήσου ευθύς μετά από την απελευθέρωση από τους Τούρκους



79. Σ. Κοκκίνης, Τὰμουσεῖα τῆςἙλλάδος, Αθήνα 1979, σσ. 84-88.
80. Παναγιωτόπουλος, Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά (όπ. σημ. 3), σσ. 68-72.
81. Αυτόθι, σ. 67.



21. Περιοχή επέμβασης από τα νοτιοανατολικά (28-6-1993)




22. Περιοχή επέμβασης, πρόπλασμα σε κλίμακα 1:200



23. Καλύβι στου Παιδεμένου (31-12-1993)

(1827 κ.εξ.). ?Να είναι άραγε μια από τις εννιά οικίες, που είδαμε ότι πλήρωναν το κεφαλοχάρατσο στην Ποταμιά, στην αρχή της Δεύτερης Τουρκοκρατίας; (βλ. παραπάνω σ. 15).
Σ αρ. 7. Το ΒΔ, ένα ανωγοκάτωγο στο οποίο (όπως δείχνει ο οικοδομικός αρμός) έχει προσκολληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο κατά μήκος προς την πλαγιά ένα ισόγειο, ήταν και το τελευταίο σπίτι που εκατοικείτο στην Ποταμιά πριν από την ολοκληρωτική εγκατάλειψή της. Συγκριτικά, διατηρείται σε καλύτερη κατάσταση από τ’ άλλα, με πρόσφατες αλλοιώσεις όμως στα ανοίγματα της κύριας στενής όψης (εικ. 24).
Σ αρ. 9. Σε παρόμοια κατάσταση είναι και το «δίχωρο» ημιανωγοκάτωγο στα ΒΑ, το οποίο θα χρονολογούσαμε στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Η αναλογία πλευρών είναι 1:2,06 και τα ανοίγματα, πριν σφραγιστεί το παραπόρτι, αποτελούσαν το 6,76% (8,20/121,26 τ.μ.) της συνολικής εξωτερικής επιφάνειας των τοίχων (σχέδ. 25 & 26).
Σ αρ. 8. Ανάμεσα στα παραπάνω βρίσκεται το άξιο λόγου προεπαναστατικό, ημιανωγοκάτωγο επίσης με τοξωτά ανοίγματα, πραγματικά δίχωρο με χτιστό χώρισμα που κατέρχεται στο κατώι, «ηλιακό» και εσωτερικό φούρνο (σχέδ. 25 & 26, εικ. 27-29). Η αναλογία πλευρών είναι 1:2,15. Τα μικρά ανοίγματα αποτελούν μόλις το 5,38% (6,81/126,56 τ.μ.) των όψεων. Το συγκεκριμένο σπίτι, που η προφορική παράδοση θέλει να είναι κατοικία Τούρκου αγά, μαζί με ένα ενεπίγραφο του 1807 από την «Πέρα ρούγα» του χωριού Σελά (αρ. 93)82, είναι από τα πιο αξιοπρόσεκτα μορφολογικά, προεπαναστατικά μακρινάρια των Κοντοβουνίων. Το 1993 όταν το αποτυπώναμε, είχε σοβαρές ζημιές στη στέγη, το πάτωμα και τον εγκάρσιο εσωτερικό τοίχο. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας του αφαίρεσαν το ημικυκλικό υπέρθυρο με τα χαρακτηριστικά εγχάρακτα ζιγκ-ζαγκ στο μέτωπο (εικ. 31 & 32). Σήμερα είναι φανερά αλλοιωμένο, σε σχέση με την αρχική του μορφή, από την άστοχη επισκευή του ιδιοκτήτη (ανακατασκευή και χτίσιμο του υπόθολου χώρου του ηλιακού, αντικατάσταση της τρίρριχτης στέγης από τετράρριχτη κ.ά.).

82. Αυτόθι, σσ. 101 εικ. 44-45, 103 εικ. 50-52.


Σ αρ. 11. Το σπίτι στα ΝΑ, το μεγαλύτερο σε μέγεθος όπως αρχικά κτίστηκε από τα επτά της περιοχής επέμβασης (ανώι και κατώι 105,09 καθαρά τ.μ.), είναι αμιγώς ανωγοκάτωγου τύπου, «δίχωρο» με ελαφρό χώρισμα στο ανώι, εσωτερικό φούρνο και με δίδυμους ημικυλινδρικούς λίθινους θόλους περίπου στο 1/3 της κάτοψης του κατωγιού. Η αναλογία πλευρών είναι 1:1,82. Μια χρονολόγηση λίγο πριν ή στο μεταίχμιο του 19ου προς τον 20ό αιώνα, είναι συμβατή νομίζουμε με το ογκώδες του σπιτιού, την αναλογία σε κενά και πλήρη (12,52/161,37 τ.μ.), τα τρία ανοίγματα στην κύρια στενή όψη και τον εξώστη της αυτής πλευράς. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 δέχτηκε κακότεχνη επισκευή στα ανοίγματα, στο χαγιάτι της κύριας πλευράς και στην τετράρριχτη στέγη (ανακεράμωση με «ρωμαϊκού» τύπου κεραμίδια) (εικ. 30).
Τα υπόλοιπα δυο σπίτια είναι μισοερειπωμένα, έχουν από καιρό τελείως κατεστραμμένα τα ξύλινα δομικά τους στοιχεία πλην των ποταμών στα πατώματα.
Σ αρ. 10α. Το νοτιότερο, είναι επίσης ανωγοκάτωγο με δίδυμους θόλους, ίδιου τύπου με το παραπάνω. Η αναλογία πλευρών είναι 1:1,47. Τελευταία αφαίρεσαν από τις γωνίες του τα αγκωνάρια.
Σ αρ. 10. Το άλλο, ένα ημιανωγοκάτωγο, χωρίς καμία αξιοπρόσεκτη ιδιαιτερότητα, με επίσης τετραγωνικές αναλογίες (1:1,43), και ποσοστό ανοιγμάτων προτού τοιχιστούν κάποια από αυτά 14,03% (12,49/89,04 τ.μ.), είναι το νεώτερο σπίτι του οικισμού. Χρονολογείται λίγο πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Τα σπίτια στο τμήμα της επέμβασης απέχουν μεταξύ τους από 2,42-19,15 μ. και διατάσσονται κάθετα στις υψομετρικές καμπύλες. Τα υπάρχοντα ορθογώνια κελύφη, που ασφαλώς θα διατηρήσουμε κατά το σχεδιασμό του συγκροτήματος, έχουν ωφέλιμη επιφάνεια ανωγείων και κατωγείων 289,46 τ.μ. και 194,39 τ.μ. αντίστοιχα, συνολικά για τα έξη σπίτια· ενώ το γκρεμισμένο καλύβι (αρ. 8α) 31,49 τ.μ. Το γενικό σύνολο της υπάρχουσας καθαρής επιφάνειας είναι 515,34 τ.μ.
Το υπάρχον δίκτυο διαδρομών ανάμεσα στα κτίρια, τόσο του τμήματος που μας ενδιαφέρει όσο και του χωριού, μπορεί να αναγνωριστεί εύκολα, δε βρίσκεται όμως σε όλα τα σημεία σε καλή κατάσταση. Κατά τόπους έχει αναπτυχθεί βλάστηση καθότι τα περάσματα έχουν από καιρό υποπέσει σε αχρηστία.



24. Ποταμιά, σπίτι αρ. 7 (11-1-1996)





25α. Σπίτια αρ. 8 και 9, κατόψεις κατωγειών






25β. Σπίτια αρ. 8 και 9, κατόψεις ανωγείων




26α. Σπίτι αρ. 8, τομή Α-Α



26β. Σπίτια αρ. 8 και 9, όψεις από ανατολικά


26γ. Σπίτια αρ. 8 και 9, όψεις από νότια



26δ. Σπίτια αρ. 8 και 9, όψεις από βόρεια



27. Ποταμιά, σπίτι αρ. 8 (28-6-1993)



28. Ποταμιά, σπίτι αρ. 8 (8-5-1995)


ΚΤΙΡΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ. Στα προηγούμενα διατυπώθηκε με σαφήνεια, πιστεύουμε, τόσο η βασική θεωρεία της πρότασης για την αναβίωση της Ποταμιάς, όσο και ο τρόπος λειτουργίας του ΚΑΕΜ, έστω ακροθιγώς. Οι απαιτήσεις των χρήσεων επιβάλουν εδώ μια ψηλάφηση στην αρχιτεκτονική-λειτουργική και τεχνική-πρακτική πλευρά του θέματος, για μια επιπλέον εμβάθυνση στην πρότασή μας. Από την ανάπτυξη αυτή προκύπτει αβίαστα το κτιριολογικό πρόγραμμα του συγκροτήματος και η αναλογία κάλυψης των λειτουργικών αναγκών ανάμεσα σε υπάρχοντα και νέα κτίρια (πίν. 33).
Οι κτιριακοί χώροι, λοιπόν, συμβατοί με τους σύγχρονους όρους διαβίωσης, πρέπει να ανταποκρίνονται στις ακόλουθες ενεργές χρήσεις:
Α΄1. Φιλοξενία για 18-20 το πολύ ερευνητές ή σπουδαστές· απαιτούνται με άλλα λόγια ξενώνες. Οι μονάδες κατοικίας θα είναι ενός ή δύο ατόμων. Αρκεί να δοθούν 15-20 τ.μ. ανά άτομο (σύνολο 300 τ.μ.). Να αξιοποιηθούν τα υπάρχοντα κελύφη από λιθοδομή μετά από αποκατάσταση ή ανακατασκευή83 με τις κατάλληλες αρχιτεκτονικές βελτιώσεις, τροποποιήσεις και μετατροπές, είναι νομίζουμε η σωστή λύση, ακριβώς γιατί εξασφαλίζεται η «διατήρηση τῆς παλιᾶς χρήσεως»84 (κυριολεκτικά επαναχρησιμοποίηση). Στο ανώι, εν γένει, όπως και στο παραδοσιακό σπίτι, τοποθετείται η κύρια χρήση: ο χώρος διημέρευσης (με μικρή κουζίνα και καθιστικό) και τα υπνοδωμάτια (μονόκλινα ή δίκλινα). Η δευτερεύουσα χρήση (χώροι υγιεινής και βοηθητικοί) βρίσκεται κατά κύριο λόγο στα ισόγεια αλλά και στους ορόφους. Να γίνει εδώ πρόβλεψη για ένα ή δύο άτομα με κινητικά προβλήματα νομίζουμε ότι δεν είναι άστοχο.
Α΄2. Διαμονή για τρεις καθηγητές ή επικεφαλής ερευνητικής ομάδας. Παρόμοια με παραπάνω, χρειαζόμαστε όμως μεγαλύτερο εμβαδόν για κάθε άτομο (30 τ.μ.) επειδή τα υπνοδωμάτια απαιτείται να είναι μονόκλινα (σύνολο 90 τ.μ.).
Α΄3. Χώροι κατοίκησης για το μόνιμο προσωπικό. Δηλαδή τον φύλακα του χώρου, ο οποίος θα έχει την ευθύνη της συνεννόησης με όσους θα έρχονται στο Κέντρο, και τον ταβερνιάρη. Ο δεύτερος, μαζί με ένα άλλο πρόσωπο, τη γυναίκα του ενδεχομένως, θα φροντίζει επιπλέον για την καθαριότητα και την συντήρηση των χώρων. Απαιτείται δωμάτιο καθημερινής χρήσης και υπνοδωμάτια (ένα μονόκλινο και ένα δίκλινο). Θα χρειαστούμε περίπου 50 τ.μ. για τα τρία άτομα.
Β΄. Ένα κεντρικό κτίριο, μια αίθουσα συγκεντρώσεων δηλαδή, με πολλαπλές δυνατότητες των 120-150 θέσεων με ημιμόνιμα καθίσματα (120×1,40 τ.μ./ άτομο = 168 τ.μ.)85. Ο χώρος θα έχει περισσότερες από μία χρήσεις. Θα λειτουργεί ως συνεδριακή αίθουσα, τόπος διαλέξεων, προβολών, περιστασιακά ως εκθεσιακός χώρος κ.λπ. Θα υποστηρίζεται από τους απαραίτητους χώρους υγιεινής και άλλους αναγκαίους βοηθητικούς (είσοδος-προθάλαμος, ιματιοθήκη, φουαγιέ).
Γ΄. Ένα εστιατόριο συνολικού εμβαδού 85 τ.μ., που θα λειτουργεί και σαν καφενείο. Με κουζίνα-παρασκευαστήριο φαγητού 20 τ.μ., αποθήκη τροφίμων 10 τ.μ. σε θέση εύκολη για την πρόσβαση του οχήματος τροφοδοσίας, αίθουσα συμποσίων (τραπεζαρία) περίπου 40 τ.μ. για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση 30 ατόμων (×1,2 τ.μ./ άτομο = 36 τ.μ.)86 και τουαλέτες με κοινό προθάλαμο 15 τ.μ.
Δ΄. Μια ενότητα τριών εργαστηρίων, συνολικού εμβαδού περίπου 75 τ.μ. Εργαστήριο ελαφριάς συντήρησης 30 τ.μ. με αποθήκη για τα ευρήματα 15 τ.μ., τεσσάρων θέσεων εργασίας (4×10 τ.μ./ άτομο = 40 τ.μ.)87. Φωτογραφικό εργαστήριο (10 τ.μ.)88. Χώρο με σχεδιαστήρια και θέσεις υπολογιστών 20 τ.μ., για την σχεδιαστική αποτύπωση των αντικειμένων, για τέσσερα άτομα (4×3,5 τ.μ./ άτομο = 14 τ.μ.)89.
Ε΄. Ιδιαίτερα γραφεία (διοίκηση) για τρεις διευθύνοντες καθηγητές 25 τ.μ. και μια γραμματέα


83. Αποκατάσταση είναι η επαναφορά του κτιρίου στην αρχική του κατάσταση. Όταν το κτίριο έχει καταπέσει, έχουμε ανακατασκευή με την προσθήκη νέων αρχιτεκτονικών μελών και νέων υλικών. Βλ. Χ. Μπούρας, Σημειώσεις, Τοῦ μαθήματος: «Ἀποκαταστάσεως τῶν μνημείων I», Αθήνα 1983, σσ. 2-3.
84. Αυτόθι, σ. 32.
85. J. DeChiara και J. Callender, Χρυσός οδηγός κτιριολογίας, τ. 1, μτφρ. Τ. Παναγιωτακοπούλου, Ε. Μπεζεριάνου και Ε. Μπισκίνη, Αθήνα χ.χ., σ. 136.
86. Αυτόθι.
87. Πρβλ. Γ. Κύρου, Σύγχρονες τάσεις στὸν σχεδιασμὸ σχολικῶν κτιρίων στον δυτικοευρωπαϊκὸ χῶρο, ΑΘ, τ. 13 (1979), σ. 166 πίν. 3 αρ. 7.
88. Πρβλ. J. Hedgecoe, Το βιβλίο του φωτογράφου, μτφρ. Μ. Ρουμελιώτης, Αθήνα 21992, σ. 63.
89. Κύρου, Τάσεις στὸν σχεδιασμὸ σχολικῶν κτιρίων (όπ. σημ. 87), σ. 166 πίν. 3 αρ. 9.



29. Εσωτερικός φούρνος στο σπίτι αρ. 8 (28-6-1993)





30. Ποταμιά σπίτι αρ. 11 (καλοκαίρι 1983)


τ.μ., ένα δωμάτιο-ψηφιακό κέντρο 10 τ.μ. (για τον server του δικτύου ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις αποθηκευτικές διατάξεις για backup κ.λπ.) και χώρο αρχείου 10 τ.μ. για την αναλυτική ευρετηρίαση, καταγραφή και περιγραφή των αρχαιολογικών θέσεων. Κατάλογος των θέσεων εν συντομία θα διατίθεται σε ηλεκτρονική μορφή και θα δημοσιεύεται στο διαδίκτυο.
ΣΤ΄. Μικρή βιβλιοθήκη (με βιβλιοστάσια και αναγνωστήριο), φωτοθήκη και χαρτοθήκη, 40 τ.μ.
Ζ΄. Ένα φυλάκιο στο κύριο σημείο άφιξης για την υποδοχή, τον έλεγχο και την πληροφόρηση των επισκεπτών (περίπου 10 τ.μ.).
Η΄. Ένα υπαίθριο αμφιθέατρο 60 θέσεων. Θα χρησιμοποιείται για συναντήσεις (όταν ο καιρός είναι καλός) ή εκδηλώσεις αναψυχής.
Θ΄. Οι υπαίθριοι-ακάλυπτοι χώροι οργανώνονται και αναμορφώνονται. Γίνεται καθαρισμός από τη βλάστηση. Διευθετούνται οι υψομετρικές διαφορές (14 μ.)· διαμορφώνονται επίπεδα-πλατώματα. Δημιουργούνται σκάλες, ράμπες, πορείες και περάσματα. Κατασκευάζονται τοίχοι αντιστήριξης, λιθόστρωτες πλακοστρώσεις και υπαίθρια καθιστικά με πεζούλια. Τοποθετούνται διακριτικά φωτιστικά. Φυτεύονται δέντρα και κληματαριές.
Ι΄. Χώρος στάθμευσης 8 ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων και 6 υπόστεγες θέσεις για τεταρτοκίνητα οχήματα εκτός δρόμου (τύπου jeep), τα οποία θα χρησιμοποιούνται σε μόνιμη βάση για τις υπαίθριες αρχαιολογικές εξερευνήσεις. Χωροθετούνται εντός της περιοχής επέμβασης, στα όριά της. Για τις ημέρες αιχμής, με μεγάλη άφιξη επισκεπτών ή συνέδρων, επιπλέον χώροι στάθμευσης μπορεί να βρεθούν περιστασιακά στις παρυφές του χωριού, στο πλάτωμα για παράδειγμα του πανηγυριού.
Το σύνολο των κλειστών χώρων που απαιτούνται από το κτιριολογικό πρόγραμμα εγγίζουν τα 950 τ.μ. Άρα πρέπει να πραγματοποιηθούν επιπλέον περίπου 450 τ.μ. νέας καθαρής-ωφέλιμης επιφάνειας.
ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ. Αρχική μας πρόθεση ήταν να κινηθούμε με τέτοιο τρόπο ώστε οι λειτουργικές απαιτήσεις που θα έθετε το κτιριολογικό πρόγραμμα να ικανοποιούνται με την ελάχιστη κατά το δυνατόν παρέμβαση, στο φυσικό ή χτιστό περιβάλλον· σε ακραίο σημείο μάλιστα, που αν ήταν εφικτό, να μη χρειαζόταν να εντάξουμε κανένα νέο κτίριο. Προσανατολιζόμασταν δηλαδή προς μια «ηθική» νοοτροπία προσέγγισης που συνήθως χαρακτηρίζεται με τους όρους: ήπια επέμβαση και συνετή χρήση90. Το αίτημα, ωστόσο, της κάλυψης των λειτουργικών αναγκών, που θέσαμε από την αρχή και αναπτύξαμε παραπάνω, δεν μας επιτρέπει ακριβώς μια τέτοιου είδους αυστηρή προσέγγιση, ακόμα και αν επεκτείναμε την «περιοχή επέμβασης» και αυξάναμε τον αριθμό σπιτιών. Η ένταξη-ενσωμάτωση έτσι, νέων κτιριακών όγκων γίνεται επιβεβλημένη. Ευθύς το θέμα αρχίζει να δυσκολεύει, γίνεται πολυσύνθετο, αποκτά δυναμική αλλά και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον καθότι ανακινεί τον προβληματισμό επάνω στη σχέση: τοπική παραδοσιακή ταυτότητα και έντεχνη αρχιτεκτονική δημιουργία· δεν απαιτείται λοιπόν μόνον ορθολογική χρηστική λύση αλλά εμπνευσμένη, εύστοχη και ρεαλιστική (δηλαδή υλοποιήσιμη) συνθετική πρόταση. Είναι γνωστό, ότι «ἕνα ἀπὸ τὰ δυσκολότερα προβλήματα τοῦ σημερινοῦ ἀρχιτέκτονα», είναι αυτό, «τῆς σύζευξης νέου καὶ παραδοσιακοῦ»91.
Όταν οι υφιστάμενες ιστορικές οικιστικές δομές ενός συνόλου κλονίζονται με την προσθήκη νέων όγκων, αυτομάτως ο παραδοσιακός χαρακτήρας αλλοιώνεται92. Αντιμετωπίζοντας κανείς έναν τέτοιο προβληματισμό, δεσμεύεται επιπλέον από ένα πλαίσιο αρχών προστασίας όπως η «ἀνάγκη ἀναστρεψιμότητας» των επισκευών, η σαφής «διαφοροποίηση αὐθεντικῶν και προστιθέμενων τμημάτων», η χρήση ντόπιων, μη τεχνικών-φυσικών, υλικών δομής, η αξιοποίηση τοπικών μεθόδων κατασκευής, η εφαρμογή παραδοσιακών τεχνικών κ.τ.λ.93.


90. Ε. Καμπούρη, Οι ήπιες επεμβάσεις σε ιστορικά κτίρια και οικιστικά σύνολα, αναγκαία ποιοτική παράμετρος στη διαχείριση και επανάχρησή τους, στο ΥΠΠΟ-ΤΕΕ, Ήπιες επεμβάσεις (όπ. σημ. 8), σσ. 47-60.
91. Ἁ. Κουβελᾶ, Πνευματικὸ Κέντρο Καλαμᾶτας ἢ τὸ μέλλον τῆς παράδοσης, ΑΘ, τ. 16 (1982), σ. 234.
92. Ν. Πετρίδης, Προβλήματα ένταξης νέων κτηρίων σε παραδοσιακούς οικισμούς, ΑΣΠΜΣ, τ. 1 (1984), σσ. 279-280.
93. Βλ. το «Χάρτη της Βενετίας» και τη «Διακήρυξη του Άμστερνταμ». Μπούρας, Σημειώσεις I (όπ. σημ. 83), σσ. 32-48, ιδίως σ. 36· ΥΠΠΟ, Ἀνθολογία Ἑλληνικῆς Ἀρχιτεκτονικῆς.




31. Υπέρθυρο εισόδου στο σπίτι αρ. 8 (28-6-1993)


32. Το ίδιο υπέρθυρο (11-1-1996)




33. Κτιριολογικό πρόγραμμα




34, 35. Πρόταση, γενικό τοπογραφικό, πρόπλασμα σε κλίμακα 1:200



Η λεπτή ισορροπία μπορεί να διαφυλαχτεί μόνο αν συνειδητοποιηθούν και γίνουν σεβαστές διαχρονικές συνθετικές έγνοιες, πραγματικές αρχές και σταθερές αξίες της αρχιτεκτονικής όπως: η ανθρώπινη μικροκλίμακα, το μέτρο, η λιτότητα και η καθαρότητα των μορφών· οι αναλογίες και η ισορροπία των όγκων, η αρμονική και ισοβαρής συνύπαρξη παλαιών και νέων κτιρίων· η προσαρμογή στα δεδομένα του μικροκλίματος, η εναρμόνιση στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον· η απλή και ανεπιτήδευτη κατασκευή, η οικονομία στη χρήση και τον αριθμό των υλικών, η κατασκευαστική ειλικρίνεια· και φυσικά μόνον όταν έχει προηγηθεί η αρχιτεκτονική αναγνώριση της ευρύτερης περιοχής και η ερμηνεία του υπάρχοντος «τοπικού ιστορικού δομικού συστήματος»94.
Εν τέλει, «κάθε ἐπέμβαση σὲ παλαιὸ κτίριο (ή σύνολο) θα πρέπει νὰ παράγει ἕναν εὔγλωττο διάλογο μὲ τὴν οὐσία τοῦ τόπου ποὺ αὐτὸ ἀνήκει»95.

94. Π. Τουλιάτος, Αναγνώριση και ανάλυση τοπικών ιστορικών δομικών συστημάτων, στο ΥΠΠΟ-ΤΕΕ, Ήπιες επεμβάσεις (όπ. σημ. 8), σσ. 3-14.



36α. Πρόταση, κάτοψη 1ης στάθμης



36β. Πρόταση, κάτοψη 2ης στάθμης




36γ. Πρόταση, κάτοψη 3ης στάθμης




36δ. Πρόταση, κάτοψη 4ης στάθμης




36ε. Πρόταση, κάτοψη 5ης στάθμης



Προς την κατεύθυνση αυτή μπορούν να στηριχθούν διάφορες στρατηγικές σχεδιασμού96. Η θεωρητική μας προσέγγιση, εν είδει θεμελιακής τοποθέτησης, με την οποία πιστεύουμε ότι δεν θα διαφωνούσαν οι θεωρίες (ή το δόγμα) του τοπικισμού στην αρχι­τεκτονική96α ή τα διδάγματα του μοντέρνου κινήματος, θέλει να αναφέρεται άμεσα (συνθετικά, τυπο­λογικά, συντακτικά) στο υπάρχον περιβάλλον (context), να «υλοποιεί στοιχεία του» αφού πρώτα τα οικειοποιηθεί, χωρίς ωστόσο, να αντιγράφει άκριτα τα τοπικά χαρακτηριστικά και να αναπαράγει μιμητικά (pastiche) τις παλιές μορφές97. Η λαϊκή αρχιτεκτονική κληρονομιά έχει διδακτικό ενδιαφέ­ρον ως «μιὰ μακρόχρονη ἐμπειρία προσαρμογῆς στὸ περιβάλλον»98 και όχι απλώς ως «μορφολογικὸ πρότυπο». Τα νέα κτίρια επιλέγουμε να «συνδιαλέγονται διακριτικὰ μὲ τὰ γειτονικὰ μέσω τῆς διά­πλασης τοῦ ὄγκου, τὴς κλίσης τῆς στέγης, τῆς κλίμακας τῶν χώρων καὶ τοῦ ρυθμοῦ τῶν ἀνοιγμάτων. Μορφές σύγχρονες, ποὺ αποτελοῦν, ὄμως, τὴ φυσικὴ συνέχεια τῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ἐμπνευσμένες ἀπὸ αὐτήν»99. Με άλλα λόγια προσπαθήσαμε να αναγνώσουμε, ανακαλύψουμε και ανακαλέσουμε την «ελεύθερη», μη γεωμετρική (γραφική99α), τυχαία φαινομενικά λογική που έχουμε μπροστά μας, να την ιδιοποιηθούμε, να την αφομοιώσουμε (να την βιώσουμε δηλαδή σε ένα βαθύτε­ρο νοητικό επίπεδο), να την μεταφράσουμε γεωμετρικά, να την υποτάξουμε σχεδιαστικά και να την μεταγράψουμε συνθετικά.
Ασφαλώς, στην περίπτωσή μας δεν έχουμε να κάνουμε με έναν χαρακτηρισμένο-ανακηρυγμένο ή προστατευμένο ιστορικό οικισμό, για τον οποίο να ισχύουν ειδικοί περιοριστικοί όροι δόμησης100 ή άλλες δεσμεύσεις. Το χωριό, ούτε καν έτυχε να κριθεί ότι χρίζει περιορισμένης προστασίας (βαθμός προστασίας: 3), από την ομάδα αρχιτεκτόνων που στις αρχές τις δεκαετίας του ’70 της είχε ανατεθεί η «μελέτη εντοπισμού, καταγραφής και αξιολογήσεως οικισμών», στην Πελοπόννησο και τα Νότια Επτάνησα (πράγμα που έγινε για τους όμορους οικισμούς: Ασούτενα και Μάλη)101. Το τελευταίο, μας αφήνει βεβαίως μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων, νομιμοποιεί τολμηρούς χειρισμούς και ελευθερία επεμβάσεων, καθώς, και τη δυνατότητα χρησιμοποίησης «νέων υλικών», όπως το μπετόν αρμέ102. Το ισχύον θεσμικό πολεοδομικό πλαίσιο, για το χωριό, όταν η χρήση είναι κατοικία καλύπτεται από το σχετικό με τους στάσιμους οικισμούς Π.Δ/γμα από 6-12-82103, ενώ για οποιαδήποτε άλλη χρήση ισχύ­ουν οι όροι δόμησης για οικισμούς προϋφιστάμενους του ’23104.


95. Κ. Δεμίρη, Συνάρθρωση τοῦ νέου μὲ τὸ παλαιό, ΑΘ, τ. 27 (1993), σ. 26. Η επισήμανση και η παρένθεση είναι δικές μου.
96. Αυτόθι, σσ. 21-26.
96α. Βλ. τα άρθρα: A. Colquhoun, Ἡ ἔννοια τοῦ τοπικισμοῦ, ΘΧΤ, τ. 25 (1994), σσ. 176-180· Α. Τζώνης και L. Lefaivre, Ὁ κάναβος καὶ ἡ πορεία. Μιὰ εἰσαγωγὴ στὸ ἔργο τοῦ Δημήτρη καὶ τῆς Σουζάνας Ἀντωνακάκη, καὶ μερικὲς προκαταρτικὲς σκέψεις γύρω ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς κουλτούρας, ΑΘ, τ. 15 (1981), σσ. 164-178.
97. Όπως γίνεται επί παραδείγματι με την επιδερμική, κίβδηλη και άγονη, προσηλωμένη σ’ έναν κοινότοπο λαϊκίστικο διακοσμητικό μανιερισμό, αντιγραφή μορφολογικών στοιχείων, στις ευτελείς «νεοπαραδοσιακές» οικοδομές της τρέχου­σας νεοελληνικής καταναλωτικής πραγματικότητας. Πρβλ. Δ. Φιλιππίδης και Γ. Κίζης, Ἐνάντια στὴ νεοπαραδοσιακὴ φενάκη ἢ χτίζοντας σὲ παραδοσιακὸ οἰκισμό, ΘΧΤ, τ. 20 (1989), σσ. 68-70.
98. Συζήτηση μὲ τὸν Alvaro Siza, ΘΧΤ, τ. 14 (1983), σ. 48.
99. Ἀ. Χριστιφίδου, Παραδοσιακὴ καὶ σύγχρονη ἀρχιτεκτονική. Σύγκρουση, συνύπαρξη ἢ ἔνταξη; ΘΧΤ, τ. 20 (1989), σ. 61.
99α. Για τον όρο γραφικό (picturesque), βλ. Α. Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, Το γραφικό ως αισθητική ποιότητα. Η αισθη­τική του περιβάλλοντος και το ελληνικό τοπίο, στο Δουκέλλης, Ελληνικό Τοπίο (όπ. σημ. 10), σ. 187-203.
100. Πρβλ. Δ. Χριστοφιλόπουλος, Τὸ νομοθετικὸ πλαίσιο προστασίας, συντηρήσεως καὶ ἀναβιώσεως παραδοσιακῶν κτιρίων καὶ συνόλων, στο ΤΕΕ/Τμῆμα Μαγνησίας, Συντήρηση καὶ ἀναβίωση παραδοσιακῶν κτιρίων καὶ συνόλων (επιμ. Ἀ. Κωτσιόπουλος και Ἄ. Ξεναρίου-Μανασσῆ), Θεσσαλονίκη 21983, σσ. 141-146.
101. Βλ. Παναγιωτόπουλος, Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά (όπ. σημ. 3), σ. 15 σημ. 42.
102. Ένα υλικό που έχει παρεξηγηθεί από τούς πολλούς, λόγω κακής χρησιμοποίησής του. Ωστόσο, επιτυχή παρα­δείγματα χρησιμοποίησης σκυροδέματος σε ευαίσθητες περιοχές, τοπία και κτίσματα έχουν να επιδείξουν Έλληνες αρχι­τέκτονες, εκφραστές συνήθως μιας συναισθηματικής προσέγγισης ενός εγχώριου τοπικισμού (βλ. κυρίως τα έργα των Δ. Πικιώνη, Α. Κωνσταντινίδη, Δ. & Σ. Αντωνακάκη κ.ά.).
103. «Καθορισμός όρων και περιορισμών δομήσεως οικισμών της Χώρας» (ΦΕΚ 588Δ΄/23-12-82).
104. Του Π.Δ. 2-3-81 (ΦΕΚ 138Δ΄) αν η δόμηση γίνεται μέσα στα όρια του οικισμού. Και του Π.Δ. 6-10-78 (ΦΕΚ 538Δ΄) αν η δόμηση γίνεται στην υπόλοιπη περιοχή των 800 μ. Στη δεύτερη περίπτωση ισχύουν και οι λοιπές διατάξεις για την δόμηση εκτός σχεδίου. Στην περίπτωσή μας, αν θεωρήσουμε ότι αυτή ανήκει στην κατηγορία των κτιρίων κοινής ωφελείας, και με επιφάνεια του οικοπέδου πλέον των 2.500 τ.μ., ορίζεται συντελεστής δομήσεως 0,40.



37. Πρόταση, αντιστοίχως από επάνω: τομές Α-Α, Β-Β και Γ-Γ


ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ. (σχέδ. και εικ. 34-42) Η προσπάθεια που καταβάλαμε κατά την διαδικασία της συνθετικής επίλυσης, εξαντλήθηκε, αφ’ ενός στην εκλογίκευση του υφιστάμενου κτιριακού και άμεσου περιβάλλοντος, αφ’ ετέρου στην αρμονική χωροθέτηση και ενσωμάτωση των προστιθέμενων όγκων· με τέτοιο τρόπο, ώστε με τα ελάχιστα συνθετικά και υλικά μέσα, να μπορέσει το όλο συγκρότημα να λειτουργήσει απλώς σαν ένα ενιαίο και οργανικό σύνολο (συγκρότημα). Στη γενική μας απόφαση να γεωμετρηθεί το αγεωμέτρητο, επιστρατεύσαμε μια «χάραξη» η οποία παρακολουθεί ακριβώς τις πτυχώσεις του εδάφους και τονίζει το ανάγλυφο.
Για τη συνολική οργάνωση ανοιχτών και κλειστών χώρων, σημαντικές ήταν οι αποφάσεις που προέκυψαν από το «λειτουργικό διάγραμμα». Αξιολογήθηκε δηλαδή η καταλληλότητα στα υπάρχοντα κελύφη ώστε αυτά να αναλάβουν κάποιες συγκεκριμένες λειτουργίες και ορίστηκαν οι θέσεις ανέγερσης των νέων κτισμάτων. Οι λειτουργίες ιεραρχήθηκαν σε δύο μεγάλες υποπεριοχές· η μία, στα νότια, με εμφανώς κοινόχρηστο και η άλλη, στα βόρεια, με περισσότερο ιδιωτικό χαρακτήρα.




38. Πρόταση, πρόπλασμα σε κλίμακα 1:200


Ιδιαίτερη προσοχή δώσαμε στις υπαίθριες πορείες: το όλο συγκρότημα διασχίζει ένας κεντρικός άξονας-πεζόδρομος που μπορεί να θεωρηθεί ως η ενοποιός του συνόλου. Αρχίζει από το φυλάκιο και μετά από ένα πλάτωμα καταλήγει στο αμφιθέατρο, βόρεια, που αγναντεύει στην συμβολή των ποταμών. Ο πεζόδρομος, επάνω στο ίχνος προϋπάρχουσας πορείας, βαίνει παράλληλα στις υψομετρικές με κατεύθυνση από τα νότια στα βόρεια. Μέσω αυτής της κίνησης επιτυγχάνεται η πρόσβαση στο μεγαλύτερο αριθμό κλειστών χώρων. Τις υπόλοιπες αναγκαίες προσβάσεις εξασφαλίζει μια άλλη κίνηση, κάθετη στην πρώτη που την τέμνει στο μέσον του μήκους της, και ανηφορίζει ελισσόμενη στην πλαγία, προς τα δυτικά, με αναβαθμούς και πλατύσκαλα.
Πιο αναλυτικά, η περιγραφή των επιλογών μας, που καθόρισαν και την τελική μορφή της επιλύσεώς μας, έχει ως εξής:
α΄. Η προσθήκη του νέου ογκώδους κεντρικού κτιρίου αποφασίστηκε λόγω μεγέθους να τοποθετηθεί ανάμεσα στα σπίτια αρ. 10α και 10 καθότι απέχουν ικανώς μεταξύ τους (19,15 μ.). Το νέο κτίσμα (αίθουσα πολλαπλών χρήσεων) βρίσκεται σε επαφή και ενοποιείται με το κατώι του πρώτου σπιτιού αρ. 10α (φουαγιέ), κάτι που συμβάλει στον περιορισμό μεγέθους του πρώτου και διασώζει από «εκτός κλίμακας» ατοπήματα. Τοποθετήθηκε παράλληλα στις υψομετρικές, σε πνεύμα ανάλογο μ’ αυτό που ο παραδοσιακός μάστορας θα χειριζόταν προσθήκη όγκου σε μακρινάρια, κάθετα δηλαδή στον αρχικό όγκο ώστε να προκύπτει κάτοψη σχήματος «γάμα». Η έντονη κλίση «θάβει» κατά τρόπο διακριτικό το κτίριο που ανοίγεται μόνο από την ανατολική πλευρά. Για να καλύψουμε τον ανεπαρκή φωτισμό, φωτίζουμε με φυσικό φως από την οροφή.
β΄. Σε μικρή απόσταση (4,0 μ.) από τη νότια πλευρά του σπιτιού αρ. 10α, ένας επίσης νέος διώροφος πρισματικός όγκος καλύπτει στο ισόγειο τις βοηθητικές ανάγκες του κεντρικού κτιρίου. Στο κενό που αφήνεται υπάρχει η είσοδος στο φουαγιέ και γίνεται η άνοδος στον όροφο του ίδιου κτιρίου, που μαζί
με το ανώι του σπιτιού αρ. 10α συναποτελούν την ενότητα των εργαστηρίων. Τα τελευταία συνδέονται άμεσα με την «αυλή εργασίας».





39. Πρόταση, αντιστοίχως από επάνω: τομές Δ-Δ, Ε-Ε και όψη ανατολική


γ΄. Το «μεγαλύτερο» σπίτι (αρ. 11) στο ανώι αναλαμβάνει τις χρήσεις του καφενείου-εστιατορίου. Η πρόσβαση σε αυτό γίνεται άμεσα από τον πεζόδρομο μέσο ενός γεφυρώματος στη θέση της παλιάς εξωτερικής σκάλας. Μια φωτογραφία105 του 1983 μας πρόσφερε πληροφορίες για την μορφή που είχε το χαγιάτι της κύριας πλατιάς όψης (εικ. 30). Σπεύσαμε έτσι να περιορίσουμε το δυσανάλογο μήκος του.


105. Ευχαριστώ την συντηρήτρια αρχαιοτήτων κυρία Καρολίνα Ανδρουτσάκη που μου δάνεισε τα αρνητικά.





40. Πρόταση, πρόπλασμα σε κλίμακα 1:200


Το κατώι του ίδιου σπιτιού καλύπτει την διαμονή του μόνιμου προσωπικού, ακριβώς γιατί βρίσκεται κοντά στους χώρους με τις βασικότερες κοινόχρηστες λειτουργίες. Η αποθήκη τροφίμων και οι άλλοι βοηθητικοί χώροι του εστιατορίου τοποθετούνται στο ισόγειο του γειτονικού σπιτιού αρ. 10.
δ΄. Τα ΣΣ αρ. 8, 8α, 9 και το ανώι του Σ 10 μετά τις αναγκαίες τροποποιήσεις στην εσωτερική τους διαρρύθμιση γίνονται ξενώνες. Τέσσερις κλίνες βρίσκονται στα ισόγεια και εννέα στους ορόφους.
ε΄. Σε άμεση γειτονία με τα παραπάνω προσθέσαμε έναν καινούργιο σπίτι, προορισμένο και αυτό για ξενώνα. Ο τρόπος χωροθετήσεώς του αναφέρεται σαφώς στη γενικότερη διάταξη που ακολουθούν τα σπίτια του οικισμού. Συγγενείς είναι επίσης οι αναλογίες και η τυπολογία του. Ο όροφος έχει σχεδιαστεί να χρησιμοποιείται και από άτομα με ειδικές ανάγκες. Δύο κλίνες βρίσκονται στο ισόγειο και δύο στον όροφο.
στ΄. Σε επαφή με το Σ αρ. 9 προσθέσαμε ένα καινούργιο ισόγειο όγκο που ακολουθεί προγενέστερο ίχνος τοιχοποιίας. Εδώ βρέθηκαν άλλες δύο κλίνες έτσι ώστε ο αριθμός των ενοικούντων ερευνητών ή σπουδαστών να φτάσει τους δεκαεννέα.
ζ΄. Τη διαμονή των καθηγητών αναλαμβάνει το Σ αρ. 7, δύο μένουν στο ανώι και ένας στο ισόγειο κατώι.
η΄. Η βιβλιοθήκη και τα γραφεία βρίσκονται σε δύο νέα ανεξάρτητα μεταξύ τους στενόμακρα κτίσματα που τοποθετήσαμε με τον μεγάλο άξονα παράλληλα στις υψομετρικές. Ανάμεσα τους δημιουργείται ένα πλάτωμα εν είδει εσωτερικής αυλής.
ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ. Στα παλαιά κτίρια, γίνεται αρχικά αποξήλωση των διαχωριστικών τσατμάδων, κονιαμάτων, κουφωμάτων, στεγών και πατωμάτων.
Μετά γίνεται σχολαστικός καθαρισμός της τοιχοποιίας με υδροβολή. Όπου η συνοχή των λιθοδομών έχει ταραχτεί (παρουσιάζονται μεγάλες διαμπερείς ρωγμές κ.λπ.), γίνεται κατεδάφιση και ανακατασκευή με τους ίδιους παλαιούς λίθους. Οι υπάρχουσες θεμελιώσεις ενισχύονται από οπλισμένο σκυρόδεμα· γίνεται περιμετρική εκσκαφή (εκατέρωθεν των τοίχων) σε βάθος τόσο όσο και οι υπάρχουσες στάθμες θεμελίωσης και ακολουθεί η σκυροδέτηση για τον εγκιβωτισμό των λίθινων θεμελίων.


41. Πρόταση, πρόπλασμα σε κλίμακα 1:200




42. Πρόταση, πρόπλασμα σε κλίμακα 1:200


Οι τοιχοποιίες ενίσχυονται στατικά με την ενσωμάτωση κρυφών δεσιμάτων (σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα) στις θέσεις των υπερθύρων (κατά περίπτωση) και στις στέψεις. Ακολουθεί εξωτερική αρμολόγηση. Εσωτερικά όλοι οι χώροι επιχρίονται.
Τα ξύλινα δομικά στοιχεία στα πατώματα και τις στέγες αντικαθίστανται. Τα κουφώματα, και η εσωτερική σκάλα στο Σ αρ. 8, κατασκευάζονται από ξύλο, τα δοκάρια στα πατώματα και τα ζευκτά γίνονται από σύνθετη ξυλεία.
Όπου τα δάπεδα, δεν είναι από ξύλινες σανίδες, διαμορφώνονται με ντόπιες λίθινες πλάκες ή κεραμικά πλακάκια ικανού πάχους (cotto).
Οι εσωτερικοί τοίχοι στα κατώγια κατασκευάζονται από δρομικό τούβλο που επιχρίεται, ενώ τα χωρίσματα στα ανώγια γίνονται από ελαφριά υλικά: ξύλινο σκελετό, ηρακλίτ και οπλισμένο κονίαμα, ή στους υγρούς χώρους από τσιμεντοσανίδες.
Οι στέγες πετσώνονται με τάβλες, θερμομονώνονται, υγρομονώνονται και επικαλύπτονται με βυζαντινά κεραμίδια.
Η κατασκευή των νέων κτιρίων αποτελείται από φέρουσα λιθοδομή πάχους 50 εκ., σε συνδυασμό με οπλισμένο σκυρόδεμα το οποίο αφήνουμε γυμνό για να διαφοροποιούνται τα νέα κτίσματα από τα παλιά. Τα ανοίγματά τους κλείνουν κουφώματα απλής ξύλινης κατασκευής σύγχρονης τεχνολογίας (διπλά κρύσταλλα, περιμετρικά λάστιχα κ.λπ.) (σχέδ. 43).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ. Στόχος μας ήταν η κάλυψη των διαφόρων λειτουργιών χωρίς να καταφεύγουμε σε συνθετικές ακρότητες ή νέο-παραδοσιακά κοινότυπα. Η επέμβασή μας, αν και σχεδόν διπλασιάζει τους υφιστάμενους όγκους, και αυξάνει έντεχνα την δομική πυκνότητα στο χώρο, πιστεύουμε ότι παράγει έναν υποδειγματικό διάλογο με το υπάρχον κτιστό και φυσικό περιβάλλον, και ακριβώς σ’ αυτό μπορεί να αποδοθεί η επιτυχία της επίλυσης.


SUMMARY. This project proposes an intervention in integrating new uses in an abandoned village, Potamia Trifylia in the area of Kontovounia in Messenia. Under examination is a model for the revival and new use of an old village, an intervention of planning that can be useful also for other abandoned villages in the same mountainous region. What we propose for the revival of Potamia is a purelycultural and education function, which is compatible with the particular archaeological interest of the area of Messenia.



43. Κατασκευαστικές λεπτομέρειες νέου σπιτιού


Messenia is one of the most important archaeological regions of Greece, particularlyinsofar as its prehistoric past is concerned. During the Last Helladic Period Messenia had the densest urban settlement in Greece. The large number of vaulted tombs is unequalled in anyother region of the Mycenaean world. The most ancient vaulted tomb in continental Greece has been found here. We propose, therefore, the village of Potamia as a base for archaeological research, mainlybecause it is located in the geographic center of Messenia.
The aim of the “Messenia Archaeological Research Center” (MARC) is to be a more systematic continuation of the in-depth inquirythat has alreadybegun in the prefecture. Fundamentally, it will serve as a base for archaeological campaigns for intensive surveyand a center for the general co-ordination and over-all organization of archaeological activities. An Archive with all the archaeological sites of all the time periods will be supplemented in depth on a dailybasis. A specialized Libraryfocusing on issues concerning Messenia’s archaeologyand historywill be at the disposal of visitors. Moreover, lectures, announcements and organization of special professional congresses will take place in the premises of MARC.
The directors of the activities and the operation of MARC will be professors of archaeology. Aside from the professional collaborators, undergraduate or postgraduate students will also participate in the research and field work teams. The resident teams, together with the guardian of the site and person in charge of the restaurant, will number approximately25 individuals. It will be possible for surface research, the recording of and treatment of material to take place all year round. The financing of the project will be accomplished through European Union programs.
The village of Potamia is 14.5 km S-SE of Kyparissia, at an altitude of 650 m, and is easilyaccessible from the southeast bya gravel road. The last permanent resident of the village died at the end of the 1990s. The constructed area of the village, extents 1.247 hectares, with an E-NE general orientation and a slope of 24.3%, includes a total of 25 buildings of which two are churches. Aside from these churches, certain alleyways, and the site of festivities, there are no other points with a public character.
The houses are independent, that is to say, theyare not adjacent to each other. Considering the total ground plan, what dominates is the significance of dissemination and the graduated use of space. The houses are built of stone, are almost exclusivelysemi two-storied buildings with verynarrow and long proportions, are covered with 3-sided roofs of tile and follow the building traditions of the masons of Lagadia. Most are dated to the last decades of the 19th and the first of the 20th century. However, the most important house of the village (house No. 8), which can be dated with certaintyto the late Ottoman empire, is one of the few and rarest pre-revolutionaryhouses in the Kontovounia area. The average ratio of the sides of the houses is 1:1.86.
For the purposes of our project, we selected seven neighboring houses in the higher western section of the settlement. The existing buildings in the section that we are interested in present different stages of ruin.
The northernmost house (No. 8), a shack on ground level, is completelydestroyed. Chronologically, it cannot be dated, but was probablybuilt before the intensive reconstruction that marked the villages of the Peloponnese immediatelyafter their independence from the Turks.
The house in the NW (No. 7) is two-storied, to which a ground floor was attached later, along the length of the side of the slope. A “two-room” two-storied house in the NE (No. 9) can be dated to the second half of the 19th century. Between the previous two houses, there is a noteworthypre-revolutionaryhouse (No. 8). It is a semi two-storied house with small arched openings, actuallytwo rooms, with a balconyand an interior oven.
The house in the NE (No. 11), the largest and the first to be built of the seven houses in the region of intervention, is purelytwo-storied, “two-room” with a light partition in the upper floor, an interior oven and twin semicircular domes, occupying approximatelyone-third of the ground plan level. It is dated approximatelybefore or at the turn of the 19th to the 20th century.
The remaining two are half-ruined and their wooden structures have been entirelydestroyed. The southernmost (No. a) is also two-storied with twin domes. The other (No. 10) is also semi two-storied,
without anyremarkable particularity. It has square proportions and is the newest house of the settlement.
The existing shells, which are to be preserved in the planning of the compound, have a total beneficial surface of ground and upper floors measuring 515.34 m2.
The building construction project will depend on the requirements of the use to which theywill be put. The building spaces will be used as follows:
1. Lodging for 18 to 20 researchers or students, three professors, and space for the permanent personnel
2. An assemblyroom with multiple possibilities
3. A restaurant
4. A unit of laboratories, which includes a conservation and restoration laboratorywith storeroom, photographic laboratoryand a space with drawing tables.
5. Offices for the three professors and secretary, a room with computers and space for the storage of files.
6. Small library.
7. An outpost at the entrance for the guard
8. An open-air amphitheater
9. The outdoor spaces are organized and re-fashioned, plateaus are shaped, steps and ramps are created.
10. A parking area
The total area of required spaces reaches 950 m2. Therefore, for the needs of the compound, an additional enclosed area of 450 m2 must be realized.
Our initial intention is to satisfythe functional requirements with the least possible intervention. The integration-incorporation however, of new buildings is imposed bythe building project. Immediatelythe matter begins to get complicated. It acquires a new dynamic and architectural interest, as it brings up the issue concerning the relationship between local traditional identityand modern architectural creation.
When the existing historical structures are changed with the addition of new masses, the traditional character is automaticallyaltered. The fragile balance can be preserved onlyif the diachronic complex preoccupations and the true principles and unwavering values of architecture are understood and respected.
Everyintervention in a group of buildings or single house has to produce an eloquent dialogue with the spirit of the place where it belongs. In this respect, various planning strategies can be advanced. Our theoretical approach is directed to an immediate rapport with the existing environment without insensitive copying of local characteristics and mindless repetition of old forms. The new buildings we select “converse” with the neighboring ones through the creations of volumes, the scale of spaces, etc. Modern forms are in a waythe continuation of traditional architecture since theyare inspired byit. In other words, we tried to comprehend, rediscover and evoke the non geometric, ostensiblyaccidental logic that we have before us; to absorb, to translate geometrically, to render as drawings and to rewrite it synthetically.
In our case we are not dealing with a listed historical settlement, for which special terms of layout are in effect. This leaves us of course with a large scope of action and the possibilityof using new construction materials.
The effort of a complex resolution-proposal was exhaustive on the one hand in the rationalization of the existing environment, on the other hand, in the harmonious incorporation of added structures, in such a waythat the entire group can function as a whole. In our general decision to create geometryout of randomness, we used a charting that follows the ground and stresses the bas-relief.
The operations were divided into two sub areas: a southern one with an obvious communal character and another, northern one, which is more private. The whole group is divided bya central pedestrian road that can be considered to be the unifying element of the total. Through this road, access can be had to most of the closed spaces. The remaining accesses ensure a second movement, vertical at first, one that snakes its wayup bywayof steps and ramps. More concretely, the choices that determined the final form of our resolution are as follows:
52
It was decided that the addition of the new central building was to be placed between houses No. 10a and 10 since theyare sufficientlyremoved from each other. The new building is joined to the ground floor of the first house. The steep slope “buries” the building, which opens onlyon the eastern side. In order to cope with the insufficient lighting, we add light from the roof.
At a small distance from the southern side of house No. 10a, a new two-storied structure on the ground covers the auxiliaryneeds of the central building. In the upper floor of the same building and on the first floor of house No. 10a, we placed the unit housing the laboratories.
House No. 11 is used as a restaurant. Access is achieved directlyfrom the pedestrian road. Its ground floor covers the lodging of permanent personnel. The auxiliaryspaces of the restaurant were placed on the ground floor of neighboring house No. 10.
Houses No. 8, 8a, 9 and the upper floor of house No. 10 become guesthouses. In direct proximitywith the latter, we added a new house also intended as a guesthouse designed for individuals with special needs. In contact with house No. 9, we added a new unit on ground level so that the number of residents reaches 19. The lodging of professors is served byhouse No. 7.
The libraryand the offices are found in two new independent buildings that follow the large axis parallel to the altitude. An interesting plateau is created between them.
In the old buildings, after an initial dismantling of light elements and plaster, the stonework is cleaned. Where the joining of the stonemasonries has deteriorated, it is demolished and reconstructed using the same old stones. Existing foundations are strengthened perimetricallywith armed concrete, while the stonework is strengthened staticallywith concealed bonding material. All the interior spaces are redecorated. The wooden structural elements in the floors and roofs are replaced bycomplex woods. Where the floors are not of wood, theyare covered with local stone plaques or ceramic tiles. The interior walls on the ground floors are constructed as single brick walls while the partitions on the upper floors are made of lighter materials. The roofs are laid with thin wooden surfaces. Theyare insulated for heat and moisture and covered with Byzantine tiles.
The construction of new buildings is made with supporting stonemasonrywith a thickness of 50 cm in combination with armed concrete that is left “bare” in order to differentiate the new from the old buildings. Their openings have wooden frames that are of modern technology.
Our aim was to cover the various functions without resorting to synthetic extremities or neo-traditional banalities. Our intervention, in fact doubles the existing volume, and artfullyincreases the structural densityof space. In spite of the latter, we believe that it produces an exemplaryconversation between the existing constructed and the natural environment. As a result of this, the success of our resolution can be established.